Μουσείο Μίκη Θεοδωράκη Ζάτουνας

Directions

Μουσείο Μίκη Θεοδωράκη Ζάτουνας ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΖΑΤΟΥΝΑ

Η σύλληψη του ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ από τη Χούντα στις 21 Αυγούστου του 1967Στις 21 Αυγούστου του 1967, η Χούντα των Συνταγματα...
23/08/2026

Η σύλληψη του ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ από τη Χούντα στις 21 Αυγούστου του 1967
Στις 21 Αυγούστου του 1967, η Χούντα των Συνταγματαρχών συνέλαβε τον Μίκη Θεοδωράκη. Ακολουθεί (για πρώτη φορά στο διαδίκτυο) η συγκλονιστική εξιστόρηση που έκανε ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης στο συγγραφικό του έργο "ΤΟ ΧΡΕΟΣ" - για ολόκληρο το παρασκήνιο της σύλληψής του και για τα γεγονότα που προηγήθηκαν αλλά και γι΄αυτά που ακολούθησαν.
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ Α΄. ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ
(…)
Σάββατο
19 Αυγούστου 1967
Ημέρα κρίσιμη για την Αντίσταση.
Έχουμε αποφασίσει να περάσουμε σε μια καινούρια μορφή δράσης: τη διαδήλωση!
Αρχίζοντας από την πεταχτή -όπως λέμε- διαδήλωση, τη διαδήλωση-αστραπή. Έως σήμερα οι ομάδες κρούσης -ομάδες προπαγάνδας, όπως τις λέγαμε- είχαν μια σειρά θεαματικές επιτυχίες, κυρίως στο κέντρο της Αθήνας.
Μια μορφή δράσης ήταν τα πανό με συνθήματα της Αντίστασης.
Έπρεπε πρώτα απ’ όλα να επισημανθεί το κτίριο και να μελετηθεί σε όλες του τις λεπτομέρειες. Το πανό φτιαχνότανε κατά τμήματα, που τα συναρμολογούσαν επί τόπου. Κάρφωναν ή έδεναν τη μια του άκρη στο παραπέτο της ταράτσας και, όπως ήταν ρολό, το έδεναν με ένα σπάγκο. Μέσα στο ρολό έμπαιναν εκατοντάδες προκηρύξεις. Άναβαν ένα τσιγάρο, το περνούσαν μέσα στο σπάγκο και μετά κατέβαιναν στο δρόμο. Ύστερα από πέντε-έξι λεπτά η φωτιά του τσιγάρου έκαιγε τον σπάγκο και το πανό που συνήθως είχε μήκος περίπου πέντε μέτρα και πλάτος ενάμισι, έπεφτε και κάλυπτε την πρόσοψη της πολυκατοικίας. Ταυτόχρονα οι προκηρύξεις έκαναν τον κόσμο να σηκώνει τα μάτια του και να δει!
Η άλλη μορφή ήταν τα μαγνητόφωνα. Μια ομάδα, λόγου χάριν, ανακάλυψε ένα γραφείο άδειο απέναντι από τα Χαυτεία. Μπήκε μέσα, εγκατέστησε το μαγνητόφωνο και έβαλε το μεγάφωνο στο παράθυρο. Έτσι, επί ένα τέταρτο η συγκοινωνία είχε σταματήσει και ο κόσμος άκουγε το μήνυμα της Αντίστασης.
Τέλος, είχαμε αποφασίσει να περάσουμε σε μαζική παραγωγή εκρηκτικών, με σκοπό να μην αφήσουμε σε χλωρό κλαρί τη χούντα. Στον τομέα αυτό ήμαστε πολύ πίσω, γι’ αυτό θελήσαμε να οικοδομήσουμε επάνω σε γερές βάσεις.
Όμως η διαδήλωση αποτελεί πάντα μια προχωρημένη μορφή πάλης, γιατί σε εκθέτει άμεσα στα χτυπήματα του εχθρού. Εδώ οι πιθανότητες διαφυγής είναι μικρές. Πηγαίνεις για να συγκρουσθείς, και ίσως και να μείνεις επί τόπου.
Δώδεκα Λαμπράκηδες διαλέχτηκαν γι’ αυτή την πρώτη ξεχωριστή εκδήλωση. Το σχέδιο ήταν να κατεβούν σε δύο στοίχους την οδό Ερμού ακριβώς στις δώδεκα το μεσημέρι του Σαββάτου, δηλαδή την ώρα της πιο μεγάλης κίνησης.
Έτσι κι έγινε!
Στις δώδεκα ακριβώς οι δώδεκα Λαμπράκηδες κατεβαίνουν την οδό Ερμού. Ξαφνικά και οι δώδεκα μαζί αρχίζουν να φωνάζουν: «Κάτω η χούντα! Ζήτω η δημοκρατία!». Και μοιράζουν δεξιά και αριστερά προκηρύξεις.
Αυτή η εκδήλωση έπρεπε να κρατήσει ακριβώς δύο λεπτά. Όχι περισσότερο. Μετά ο καθένας θα προσπαθούσε να χαθεί μέσα στο πλήθος και στις παρόδους.
Έτσι κι έγινε!
Μονάχα που την τελευταία στιγμή κάποιος χαφιές έπιασε έναν Λαμπράκη. Αυτός άρχισε να φωνάζει και να καλεί σε βοήθεια. Έγινε κύκλος γύρω τους. Και ξαφνικά όλοι μαζί, ανάμεσά τους κι ένας φαντάρος, έπεσαν πάνω στον χαφιέ και ο Λαμπράκης ξεγλίστρησε!
Κυριακή
20 Αυγούστου 1967
Χθες το βράδυ δεν ήρθαν ο Λελούδας και ο Ιάσων.
Είμαι βέβαιος ότι ο αγώνας χρόνου με την Ασφάλεια έχει μπει στο τελικό στάδιο.
Ο Φιλίνης δεν εμφανίστηκε.
Όμως τώρα άλλαξα γνώμη: θα μείνω εδώ έως ότου ξεκαθαρίσει η κατάσταση σχετικά με τη δημιουργία της Νέας Αριστεράς.
Νιώθω ότι ο κίνδυνος με κυκλώνει.
Λοιπόν; Γιατί δεν ήρθαν τα παιδιά; Τι τους συνέβη; Μήπως πιάστηκαν; Και τώρα τους βασανίζουν;
Δεύτερον: γιατί δεν ήρθε ο Φιλίνης, αφού πήρε το μήνυμά μου και ξέρει ότι κινδυνεύω;
(Αργότερα έμαθα ότι, την ώρα που κατευθύνονταν προς το σπίτι μου τα παιδιά, ανακάλυψαν ξαφνικά ότι παρακολουθούνται. Όμως το ανακάλυψαν αργά, γιατί το αυτοκίνητό τους είχε πλησιάσει στην περιοχή μου. Όσον αφορά τον Φιλίνη, μου είπε, όταν βρεθήκαμε για λίγο μαζί στη φυλακή, ότι διαπίστωσε πως ήμουν κυκλωμένος και πως δεν είχε τρόπο ούτε νά ‘ρθει ούτε να με ειδοποιήσει.)
Κατά το απόγιομα η Σούλα με παρακαλεί να εγκατασταθώ στην πρόχειρη κρυψώνα μου, πίσω από το πιάνο.
«Γιατί έτσι ξαφνικά;» τη ρωτώ.
«Έρχεται σε λίγο ο Λάκης».
Πήρα το μαξιλάρι μου, μπήκα πίσω από το πιάνο, κάθισα σταυροπόδι κι άρχισα, όπως έκανα πάντα, να γράφω.
Ο Λάκης χαριεντίζεται στη βεράντα. Είναι δημοσιογράφος. Ο μπαμπάς του ευκατάστατος. Έχουν ωραίο σπίτι. Ο Λάκης παίζει πιάνο. Αγαπά την κλασική μουσική. Θέλει να συζήσουν με την κόρη της Μαρίας. Ο γάμος αργότερα. Βρήκαν κάποιο μικρό διαμέρισμα προς την πλατεία Κολιάτσου. Το βάφουν. Πότε θα είναι έτοιμο; Ο Λάκης επιμένει να εγκατασταθούν αμέσως. Το αργότερο αύριο! Πολύ περίεργος αυτός ο Λάκης.
Ακριβώς την ώρα που εγώ κρυβόμουν πίσω από το πιάνο, η Ασφάλεια χτυπούσε αλλού.
Από όσα έμαθα αργότερα, χτύπησαν συγχρόνως το σπίτι του Δρακόπουλου και της Σύλβας, καθώς και την Άννα Παπανικόλα με την ομάδα της.
Η Άννα Παπανικόλα βασανίστηκε πρώτη.
Δευτέρα
21 Αυγούστου 1967
Δουλεύω στο τυπογραφείο.
Στα διαλείμματα προσπαθώ να συντάξω την ύλη για το πρώτο τυπωμένο φύλλο της Νέας Ελλάδας. Συγχρόνως γράφω σε μικρές μαγνητοταινίες τα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου μου Εμείς οι Έλληνες.
Νιώθω ότι η ατμόσφαιρα είναι βαριά. Κι αν έρθει ο Φιλίνης; Τι θα κάνω; Θα φύγω μαζί του; Ή θα περιμένω για τη σύσκεψη; Υπάρχει και η άλλη λύση! Να ξεφύγουμε τώρα και αργότερα κάνουμε τη σύσκεψη.
Στέλνω τη γυναίκα του Τσούρμα να ειδοποιήσει τον Φιλίνη: «SOS».
Τίποτε άλλο. Αυτός θα καταλάβει.
Την ίδια ώρα η Ασφάλεια χτυπά το σπίτι του Λελούδα. Κλείνουν τη γυναίκα του μέσα στο σπίτι και βάζουν φρουρά. Αυτόν τον παίρνουν.
Η Ντόρα Λελούδα, ξαπλωμένη, έφαγε μπροστά στα μάτια του φρουρού της ένα ολόκληρο σημειωματάριό μου. Και με τα χέρια της έσπασε ένα-ένα τα στοιχεία της γραφομηχανής και τα πέταξε ένα-ένα στη λεκάνη του αποχωρητηρίου.
Στο μεταξύ, στην άλλη άκρη της Αθήνας, στα Νταμάρια, βασανίζουν τον άντρα της.
Η γυναίκα του Τάκη Τσούρμα γυρίζει άπρακτη. Δεν είναι βέβαιη αν ο Φιλίνης λάβει το μήνυμά μου. Η Μαρία ανεβαίνει με κόπο τις σκάλες. Είναι φοβερά κουρασμένη.
Σε λίγο η κόρη της με τον Λάκη θα ‘ρθουν να πάρουν τα πράγματά της. Θα κοιμηθούν για πρώτη φορά απόψε στο καινούριο τους διαμέρισμα.
Ξαναμπαίνω πίσω από το πιάνο. Νιώθω την ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη.
Το αυτοκίνητο του Λάκη έστριψε τη γωνία.
«Μπορείς να βγεις» μου λέει η Μαρία.
Δεν έχω όρεξη για φαγητό. Κρύβω προσεκτικά τις μαγνητοταινίες. Ανεβάζω όλα τα τυπογραφικά στοιχεί στο πατάρι. Σχίζω κάθε χαρτί ενοχοποιητικό.
«Μήπως είχες κανένα μήνυμα από τον Λελούδα ή τον Ιάσονα;»
«Τίποτα. Φαίνεται πως τους κατάπιε η γης».
Βάζω πίσω από το πιάνο τα χειρόγραφα του βιβλίου μου και το σημείωμα για τη Νέα Αριστερά (τώρα βρίσκονται σε κάποιο ντουλάπι της Ασφάλειας).
Για μια στιγμή σκέφτομαι να φύγω μόνος. Όμως, πού να πάω; Και με τι μέσο; Όχι, είναι αδύνατο!
«Λες να έρθει ο Φιλίνης;» λέω στη Μαρία.
«Τόσο αργά; Δεν το συνηθίζει».
«Μαρία, αν έρθει η αστυνομία για καμιά ξαφνική έρευνα, μην ξεχάσεις να μπεις μέσα και να πλαγιάσεις στο κρεβάτι μου. Δεν πρέπει να βρουν δυο κρεβάτια, γιατί τότε χαθήκαμε».
Η Μαρία πλάγιαζε συνήθως σ’ έναν καναπέ έξω στη βεράντα, χωρίς σκεπάσματα.
Περασμένα μεσάνυχτα.
Χτυπήματα στην πόρτα. Πετάγομαι. Στο τζάμι σχηματίζονται πελώριες εφιαλτικές σκιές. Ανοίγω προσεκτικά την πόρτα της βεράντας. Η Μαρία κοιμάται. Της φωνάζω. Τίποτα. Κλείνω την πόρτα, μαζεύω όλα τα αντικείμενά μου και τρέχω πίσω από το πιάνο. Χτυπούν. Φωνάζουν. Ξαναβγαίνω. Ανοίγω την πόρτα της βεράντας. Ψιθυρίζω: «Σήκω, Μαρία». Εκείνη κοιμάται βαθιά. Βήματα γρήγορα στη σκάλα της βεράντας. Μόλις προφταίνω να κρυφτώ. Βρίσκουν τη Μαρία να κοιμάται στο ντιβάνι και μετά βλέπουν το κρεβάτι μου. «Ζεστάθηκα και βγήκα λίγο έξω» ακούω τη φωνή της. Γυρνούν σαν θηρία που διψούν για τροφή. Ψάχνουν παντού. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. «Παιδιά, τυπογραφείο…». «Τίνος είναι αυτή η στολή;» Ψάχνουν, ψάχνουν. Μετά σιωπή. Έφυγαν; Ή είναι παγίδα; Διπλωμένος, προσπαθώ να σκεπάσω το στήθος με τα χέρια για να μην ακουστούν οι χτύποι της καρδιάς μου. Η πόρτα ανοίγει. Βήματα ξανά. Κάποιος πλησιάζει σταθερά προς το πιάνο. «Να τος!» Σκύβει από πάνω μου. Τα μάτια του γουρλώνουν. «Παιδιά, ο Μίκης! Σήκω πάνω! Ψηλά τα χέρια!» Με το ‘να χέρι το πιστόλι, με το άλλο μου ξεσκίζει και κατεβάζει το πανταλόνι της πιτζάμας. Γυμνός. «Γονάτισε!» Δεν γονατίζω. «Χτύπα τον! Δέστε τον! Όχι, όχι. Τα χέρια πάνω. Τα χέρια μπρος. Όχι, πίσω. Δέστε τα πίσω! Σφιχτά. Να πονέσει. Έτσι. Σκύψε!». Όχι, δεν σκύβω. «Δεν υπάρχει υπεύθυνος εδώ;» λέω. «Εγώ είμαι, αστυνόμος Κολώνιας». «Τι άλλο θέλετε; Με πιάσατε. Συγχαρητήρια! Πέστε τους να ηρεμήσουν». Φέρνουν τη Μαρία. «Παρακαλώ, βάλτε μου το πανταλόνι». Μου βάζουν το χακί. «Ώστε ήσουν αξιωματικός, ε; Και μάλιστα συνταγματάρχης!». «Από μετριοφροσύνη» τους απαντώ. «Βάλτε του τα παπούτσια!» «Τι τα θέλει τα παπούτσια;» Η Μαρία σκύβει και μου δένει τα παπούτσια. Μου χαϊδεύει τα πόδια. «Λεβέντη μου» μου ψιθυρίζει. «Σ’ ευχαριστώ, Μαρία» της ψιθυρίζω και σκέφτομαι το μαρτύριό της. Φεύγουμε. «Μπείτε μπροστά! Όχι, πίσω. Πλάι. Μη μας φύγει. Πώς θα φύγει;» Γελούν. Πειράζονται. Κάνουν σαν μικρά παιδιά. Σκύβω. Πονώ. Μου κρατούν ψηλά τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα από τους καρπούς. Ένας με κλωτσά. Άλλος μου μπήγει το κλομπ στα πλευρά, στο στομάχι. «Θα δεις, θα γλεντήσουμε». Έξω ερημιά. Όχι. Αυτοκίνητο από κάτω. Ομάδα πιο κει. Απέναντι στο λόφο. Κίνηση. Ένας προβολέας. Στην Ιερά Οδό καμιόνια. Ο μανάβης έχει τα παντζούρια μισόκλειστα. Να με δει! Άραγε, με είδε κανείς; Τα σπίτια σιωπηλά, φοβισμένα, συμπάσχοντα. Ο δρόμος κατηφορίζει. Στο βάθος αυτοκίνητο. Όχι από δω. Αριστερά. Στα δέντρα. Δεξιά η Αθήνα. Η ιερή Αθήνα. Ψηλά ο Υμηττός. Πιο ψηλά ο μαύρος ουρανός. Τ’ αστέρια. Το φεγγάρι. «Μίκη, θα πεθάνεις». «Μίκη, ζεις τις τελευταίες σου στιγμές». «Μίκη, τι νιώθεις;» «Αηδία», τους λέω. «Μιλάτε ελληνικά. Έχετε έναν Θεοδωράκη και τον πάτε στο θάνατο».
Αναπνέω τον καθαρό αέρα. Δεν σκέφτομαι τίποτε πλην της ομορφιάς του έναστρου ουρανού. Το ασημένιο φως της σελήνης. Χαμογελώ. Είμαι περήφανος. Το τέλος είναι τέτοιο όπως το έζησα, όπως το ήθελα. Είμαι πάνω από την Αθήνα. Οι άλλοι τώρα κοιμούνται. Εγώ θα πεθάνω γι’ αυτούς. Μια μουσική τρελή μπαίνει με μιας σαν ξαφνικός βοριάς μέσα στη σκέψη μου. Είναι η τελευταία μου μουσική πάνω στο ποίημα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα! «Στην άκρη εκεί του ποταμού, τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του». Όπως κι εκείνος. Νύχτα. Οι άλλοι κοιμούνταν. Εκείνος μετρούσε τ’ αστέρια. Και πέθανε. «Εδώ θα πεθάνεις. Εδώ. Όχι, πάρτε τον από δω!» Αλλού. Κατηφορίζουμε. Το αυτοκίνητο. Το κόκκινο Έμ Τζι. Σημαδιακό. Με μετέφερε από σπίτι σε σπίτι. Τώρα με μεταφέρει στο θάνατο. Άραγε, πιάστηκε ο Ιάσων;
«Βάλ’ του μια κουκούλα!» Με πιέζουν με τα κλομπ στο στομάχι, στην κοιλιά, στα αχαμνά. Τα χέρια πίσω στρίβουν. Τα κόκαλα πάνε να βγουν. Εγώ σκέφτομαι. «Κρίμα» λέω μέσα μου. «Το τέλος δεν θα ‘ναι τόσο ρομαντικό! Τόσο απλό. Θα σε χτυπήσουν, θα σε γδάρουν, θα σε κάψουν, θα σε κάνουν κομματάκια. Κι όταν παραδώσεις την ψυχή, η μορφή σου θα ‘χει χαθεί για πάντα από τους βασανιστές. Ίσως σου βγάλουν τα μάτια. Θα πεθάνεις στο σκοτάδι. Ίσως σε πνίξουν μέσα σε περιττώματα. Σαν αρουραίο. Θα σου βγάλουν τα νύχια. Θα πονέσεις. Θα πονέσεις φριχτά. Δίχως τέλος. Δίχως έλεος. Θα παρακαλείς το θάνατο να ρθει. Λυτρωτής». Στάση. Ξεκίνημα. Νέα στάση. Μουρμουρίσματα. Γελάκια. Φεύγουμε. Άλλη στάση. Διαταγή. Φεύγουμε. Στάση. «Κατέβα!» Με κατεβάζουν. Δεν βλέπω. Πονώ τρομερά. Ανεβαίνω τα σκαλοπάτια. Τώρα ξέρω. Θα με ρίξουν από ταράτσα. Το κενό. Και μετά… Να το κενό. Όχι ακόμα. Με σπρώχνουν. Κενό; Όχι. Ανεβαίνω. Ανεβαίνω. Μου κόβεται η ανάσα. Θέλουν να με ρίξουν από ψηλά. Να διαλυθώ. Θα γίνω συντρίμμια. Η μορφή μου θα χαθεί. Για πάντα. Τότε ήρθαν σαν αστραπή η Μαργαρίτα, ο Γιώργος, η Μυρτώ. Η μάνα μου δεν θα ξαναδεί το πρόσωπό μου. Κενό. Όχι. Ανεβαίνω. Δεν θα με πλύνουν. Δεν θα με χαϊδέψουν. Δεν θα με φιλήσουν νεκρό. Έστω νεκρό. Σκαλοπάτια. Κενό; Όχι, πλατύσκαλο. Θα μείνει η θύμηση. «Αντίο, μάνα. Αντίο, πατέρα. Γυναίκα. Παιδιά». Με σπρώχνουν. Είμαι ήρεμος. Σταματούν. Μαντεύουν τη σκέψη μου. Γελούν. «Κάτσε» μου λένε. Μου βγάζουν την κουκούλα. Ανασαίνω. Μπαίνει ο Λάμπρου.
«Γεια σου, Μίκη. Μας κούρασες. Βρίσκεσαι στη Γενική Ασφάλεια. Τώρα θα ξεκουραστείς. Το Κουκουέ σ’ έδωσε».
Αρχίζει η γνωστή ασφαλίτικη μεθοδολογία…
(…)
21 Αυγούστου 1967
Γενική Ασφάλεια Αθηνών
οδός Μπουμπουλίνας
ώρα έξι το πρωί
Ανοίγει το κελί. Ο Λάμπρου. Φρουροί.
«Ακολουθήστε» μου λένε.
Οι διάδρομοι είναι γεμάτοι αστυνομικούς. Είμαι ημίγυμνος. Φορώ μονάχα ένα στρατιωτικό πανταλόνι και παπούτσια. Με οδηγούν στο βάθος του διαδρόμου. Στο κελί αριθμός 4. Είναι αρκετά ευρύχωρο (πρώην γραφείο), με μεγάλο παράθυρο που βλέπει στο φωταγωγό. Έξω από τα κλειστά χρωματισμένα τζάμια διακρίνω σίδερα. Στην πόρτα ο «ιούδας» (η τρύπα της πόρτας του κελιού, απ’ όπου παρακολουθούσαν τους κρατούμενους) είναι σκεπασμένος μ’ ένα ξύλο. Κάτω μωσαϊκό. Στη μέση μια καρέκλα. Δυο φρουροί μένουν μπροστά στη μισανοιγμένη πόρτα. Άλλοι δυο μένουν μαζί μου. Ο Λάμπρου τους λέει:
«Δεν μιλάμε στον κρατούμενο. Ο κρατούμενος μπορεί να κάθεται στην καρέκλα ή να περπατά. Αν ζητήσει νερό, του δίνετε. Αν θέλει να πάει στο μέρος, τότε τον συνοδεύετε, μπαίνετε μαζί του μέσα. Δεν τον αφήνουμε ούτε στιγμή από τα μάτια μας».
Οι φρουροί διαφέρουν μεταξύ τους. Μερικοί είναι άγριοι ή σκληροί. Εν τούτοις οι περισσότεροι με αντιμετωπίζουν μάλλον με συμπάθεια. Όσο περνάνε οι μέρες, γίνονται περισσότερο ευγενικοί. Ωστόσο, η απομόνωση είναι τέλεια. Προσπαθώ να βρω τις αιτίες που οδήγησαν στη σύλληψή μου. Τα λάθη. Τις παραλείψεις. Πώς φτάσανε; Από πού φτάσανε; Ποιους πιάσανε; Η Μαρία πιάστηκε μαζί μου. Με μεταφέρανε με το αυτοκίνητο του Ιάσονα. Άρα πιάστηκε κι αυτός. Όμως πιάστηκαν τάχα οι άμεσοι φίλοι και συνεργάτες του; Ένα βράδυ ακούω στην τουαλέτα γυναικείες φωνές. Κάποια μιλάει για την κόρη της που βρίσκεται στη Φιλοθέη. Ρωτάω τον φρουρό. Μου λέει πως πρόκειται για πορτοφολούδες.
«Κι όμως, μιλάνε πολύ ευγενικά» παρατηρώ.
«Έτσι είναι όλες αυτές. Αν τις δεις, νομίζεις ότι είναι της αριστοκρατίας».
Τον πίστεψα, γιατί δεν μπορούσα να φανταστώ από πού θα μπορούσαν να φτάσουν στης Σύλβας Ακρίτα. Άλλωστε, είχαμε έγκαιρα φροντίσει να τη βγάλουμε από τον κύκλο μας στέλνοντάς την για μπάνια στη Βουλιαγμένη. Αυτό πιστεύαμε.
Μετά από τέσσαρες-πέντε μέρες ήρθε ο Λάμπρου. Κάθισε σταυροπόδι στο πλευρό μου.
«Σήμερα όλοι μας είμαστε σοσιαλιστές» μου λέει. «Πάντως ομολογώ ότι μας παίδεψες, Λάμπρο» -έκανε πως του ξέφυγε-, «Μίκη, θέλω να πω».
Το «Λάμπρος» ήταν ένα από τα ψευδώνυμά μου. Σε ποιο σπίτι το είχα πει; Α, ναι! Εκεί! Άρα, τους έχουν πιασμένους κι αυτούς. Όμως, πώς; Έκανα πως δεν κατάλαβα. Ωστόσο, το μάτι μου άστραψε. Και εκείνος διέκρινε την αστραπή. Βεβαιώθηκε.
Μια άλλη μέρα ξανάφτασε με έναν γραμματέα.
Στην ερώτηση «τι γνωρίζεις για το Μέτωπο», απάντησα ότι είμαι ένας από τους ηγέτες του. Ότι σκοπός του είναι να ανατρέψει την τυραννία και να επαναφέρει τη χώρα στη συνταγματική τάξη. Και επανέλαβα τους βασικούς στόχους του αγώνα.
Στην ερώτηση «με ποιους συνεργάζεσαι και πώς βρέθηκες στο σπίτι όπου σε συλλάβαμε», απάντησα ότι γνώριζα το σπίτι αυτό. Μου είχε μιλήσει κάποτε κάποιος φίλος μου εδαϊτης και το είχα επισκεφθεί πριν από το πραξικόπημα. Το πρωί της δικτατορίας πήρα ταξί και πήγα εκεί κατ’ ευθείαν. Οι γυναίκες (της οικογένειας Τσούρμα) φοβήθηκαν, όμως τις φοβέρισα και τις πλήρωσα καλά. Μετά ήρθα σε επαφή με τους ανθρώπους μου.
«Ποιους;»
«Αυτό δεν μπορεί να σας ενδιαφέρει».
Αυτή περίπου ήταν η πρώτη μου κατάθεση.
Τότε ο Λάμπρου μου μίλησε ξαφνικά για τη Ρηνιώ Παπανικόλα, δηλαδή για ένα από τα πρώτα κρησφύγετά μου, με τα οποία είχα κόψει κάθε επαφή. Άρα, το μαχαίρι είχε φτάσει πολύ βαθιά.
Μετά από είκοσι μέρες περίπου, μου άνοιξαν το παράθυρο. Τότε διέκρινα στην απέναντι τζαμαρία τις σκιές των γυναικών που βρίσκονταν στο διπλανό κελί. Άκουσα τις φωνές τους. Μερικές φορές τραγουδούσαν. Από τα κάτω κελιά άκουγα γνωστές ανδρικές φωνές. Τέλος, μια μέρα που έβγαινα από κάποιο γραφείο, είδα στο βάθος του διαδρόμου τη Σύλβα. Βεβαιώθηκα έτσι ότι δεν έμεινε κανείς.
Επάνω στο μήνα νέα ανάκριση. Τη φορά αυτή είναι ένας λοχαγός της στρατιωτικής δικαιοσύνης. Κατηγορητήριο, η «Δήλωσή» μου της 23.4.1967. Παραπομπή με το νόμο 509. Υπαγορεύω στον γραμματέα την κατάθεσή μου και αυτός, καθώς την γράφει, τρέμει.
«Πας κατ’ ευθείαν για τουφέκι» μου λέει ο λοχαγός. «Κρίμα, γιατί είσαι μεγάλος μουσικός».
Πάντα το ίδιο τροπάριο.
Προηγείται η επίσκεψη του Σάββα Κωνσταντόπουλου. Τον συνοδεύει ο Παπασπυρόπουλος, διοικητής της Ασφάλειας.
«Θα ‘σαι ευχαριστημένος που έγινε η Ελλάδα φυλακή» του λέω.
Ανασαίνει βαθιά και μου απαντά:
«Κανείς δεν είναι ευχαριστημένος και πρέπει να δούμε πώς θα ξεμπλέξουμε χωρίς να υποστούμε εθνική καταστροφή».
«Μιλάς σωστά» του απαντώ, «και χαίρομαι μονάχα για ένα πράγμα: που δεν χύθηκε ακόμη αίμα».
«Αυτό πρέπει να το αποφύγουμε με κάθε θυσία κι εδώ η συμβολή σου μπορεί να είναι μεγάλη».
«Νομίζω πως ό,τι έγινε έγινε. Ας γυρίσουν με το μαλακό στους στρατώνες τους, πριν να είναι πολύ αργά.
«Θα ρθω να τα πούμε ξανά».
Κατεβήκαμε μαζί στο γραφείο του διοικητή. Στους διαδρόμους κόσμος. Μέσα στο δωμάτιο φωτορεπόρτερ και δημοσιογράφοι.
Ήθελαν να δουν αν είμαι ζωντανός! Είμαι στο πόστο μου! Στην πρώτη γραμμή της μάχης! Μέσα στη φοβερή Μπουμπουλίνας. Παλεύω. Πιστεύω. Είμαι αισιόδοξος. Είμαι χαρούμενος. Γιατί η αγάπη σου, ελληνικέ λαέ, με γεμίζει πάνω απ’ όλα με ΧΡΕΟΣ. Τα κατάφερα! Έκανα, κάνω και θα κάνω το Χρέος μου. Για σένα. Αυτά σκεφτόμουν καθώς κατέβαινα τις σκάλες και περνούσα τους διαδρόμους της Ασφάλειας. Αυτά σκεφτόμουν όσο χαμογελούσα μπροστά στο φακό.
Και σκέψου πόσοι βρέθηκαν να με κατηγορήσουν γι’ αυτό το χαμόγελο!
Θεέ μου, και τι να πρωτοσκεφθεί κανείς μέσα σ’ αυτόν τον παραμορφωμένο κόσμο όπου μας κατάντησε ο θερμοκαυστήρας της δικτατορίας!
Από το βιβλίο του Μίκη Θεοδωράκη
«ΤΟ ΧΡΕΟΣ»
Τόμος Α΄, Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ 1967-1970
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ (

ΠΕΡΑΣΑΝ 101 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΈΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΣΜΕΓΙΣΤΟΥ ΜΙΚΗ 29 ΙΟΥΛΗ 1925- 29 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026Του Θανάση Πετράκου Πέρασαν 101 χρ...
29/07/2026

ΠΕΡΑΣΑΝ 101 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΈΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΣΜΕΓΙΣΤΟΥ ΜΙΚΗ
29 ΙΟΥΛΗ 1925- 29 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026
Του Θανάση Πετράκου
Πέρασαν 101 χρόνια απ’ την γέννηση του Τρισμέγιστου Μίκη
Του Μίκη της Ρωμιοσύνης ,του Μίκη της Παλαιστίνης ,της Κούβας , της Χιλής ,του Μίκη κατά του απαρχάιντ ,του Μίκη της Δραπετσώνας και της Καισαριανής του Μίκη της Οικουμένης. .Του Μίκη της ΕΠΟΝ του ΕΑΜ του ΕΛΑΣ του Μίκη του Δεκέμβρη του 44 του Μίκη των Λαμπράκηδων και του 1-1-4 του Μίκη του ΠΑΜ και του Αντιδικτατορικού Αγώνα ,του Μίκη της Ζάτουνας και του Ωρωπού ,του Μίκη του Αντιμνημονιακού Αγώνα ,του Μίκη της Μακρονήσου των φυλακών και της εξορίας του δικού μας Μίκη.
Σήμερα πρέπει να επαναλάβουμε τα λόγια του Οδυσσέα Ελύτη " είμαστε πάρα πολύ τυχεροί που ζούμε στην εποχή που έζησες και συ Μίκη και πήραμε μπόι από τη μεγαλοσύνη σου".
Ο Μίκης με το έργο του δημιούργησε και κληροδότησε ένα υπόδειγμα καλλιτέχνη που όμοιο του δεν είχε υπάρξει στην οικουμένη. «Κατέβασε» την υψηλή τέχνη και τους μεγάλους ποιητές στις φτωχογειτονιές, στην καρδιά, στο μυαλό στη ψυχή και στα χείλη των απλών ανθρώπων του μόχθου και της βιοπάλης. Ύμνησε και τραγούδησε τους αγώνες, τους καημούς και τη μεγαλοσύνη της Ρωμιοσύνης.
Η μουσική του Μίκη δεμένη με την ποίηση έγινε η παγκόσμια γλώσσα που δονεί και κινητοποιεί τους απανταχού εξεγερμένους και καταπιεσμένους, τους λαούς που διεκδικούν και αγωνίζονται για μια καλύτερη θέση στον ήλιο.
Δεν μας άφησε όμως μόνο το έργο του, μας άφησε παρακαταθήκη και το παράδειγμα της ανυπότακτης ζωής του, το υπόδειγμα του ελεύθερου, ανήσυχου και ασυμβίβαστου επαναστάτη. Του μεγάλου μαχητή της Δημοκρατίας ,της Εθνικής ανεξαρτησίας και της κοινωνικής προκοπής .
Από τα 18 του που συμμετείχε πρωταγωνιστής στη μεγάλη διαδήλωση στις 25 Μαρτίου 1943 ενάντια στην Ναζιστική κατοχή και συνελήφθη και βασανίστηκε για πρώτη φορά στη Τρίπολη από τους Ιταλούς, μέχρι τα 87 που συμμετείχε μαζί με τον άλλο Μέγιστο Παγκόσμιο Έλληνα το Μανώλη Γλέζο το Φλεβάρη του 2012 στη μεγάλη διαδήλωση ενάντια στα μνημόνια και τους έριξαν δακρυγόνα, μέχρι και τα 95 του όταν έγραψε στις 28 Οκτωβρίου του 2020 το ιστορικό άρθρο ενάντια στην εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής ο Μίκης ήταν παρών σε όλους τους αγώνες του λαού μας και όλων των λαών του κόσμου για την Ειρήνη, τη Λευτεριά, τη Δημοκρατία και την Εθνική Ανεξαρτησία και τη κοινωνική απελευθέρωση. Στο έπος της Εθνικής Αντίστασης, μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ, του ΕΑΜ, και του ΕΛΑΣ. Πολέμησε το Δεκέμβρη ,πρωταγωνιστής στη συνέχεια στους αγώνες για την Δημοκρατία και την άρση των συνεπειών του εμφυλίου, στους αγώνες για την Ειρήνη ,στους μεγάλους αγώνες για τη Δημοκρατία του 1-1-4, οδηγός στη μεγάλη πολιτιστική και πολιτική επανάσταση των Λαμπράκηδων, στους αγώνες για την υπεράσπιση των δικαίων της Κύπρου, στον Αντιδικτατορικό αγώνα , στον αγώνα ενάντια στα μνημόνια. Πάντοτε και παντού ο Μίκης μπροστά.
Και βέβαια όπως και ο Κολοκοτρώνης «ανταμείφθηκε» για τη μεγάλη του αγάπη και προσφορά στην Ελλάδα και τον Ελληνικό λαό όχι μόνο από τους φασίστες κατακτητές, αλλά και από το μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς και τη Χούντα με φυλακές, εξορίες και απάνθρωπα βασανιστήρια.
Το ηθικό ανάστημα του μέγιστου αυτού ανθρώπου αποδεικνύεται από το γεγονός ότι παρότι βασανίστηκε σε πολλούς τόπους εξορίας και κυρίως στο κολαστήριο της Μακρονήσου, έγραψε και μελοποίησε το «Δυο γιούς είχες μανούλα μου… ο ένας για την ανατολή κι ο άλλος για τη δύση και συ στη μέση μοναχή κοιτάς ρωτάς τον ήλιο».
Σήμερα αν ήταν μαζί μας ο Μίκης, ο άνθρωπος και συνθέτης, που ένωνε λαούς – από το Ματχάουζεν μέχρι τον ύμνο της Παλαιστίνης-, με μουσική για την ειρήνη, ο άνθρωπος που το 1982 συνέθεσε μετά από προτροπή του ιστορικού ηγέτη των Παλαιστινίων Γιασέρ Αραφάτ τον Εθνικό Ύμνο του Παλαιστινιακού κράτους όταν επιτευχθεί η επίσημη ίδρυσή του, είναι βέβαιο ότι, ο Μίκης θα ειχε υψωσει το ΜΕΓΑ,ΑΝΑΣΤΗΜΑ ΤΟΥ για να σταματήσει το δράμα του Παλαιστινιακού λαού και του Κουβανέζικου λαού. Θα είχε πάει και στη Γάζα , κσι στην Αβάνα και τη Σάντα Κλάρα να δώσει συναυλίες για να σταματήσει και τη γενοκτονία του Παλαιστινιακου λαου και το εγκληματικό εμπάργκο κατα της Κούβας και θα στηριζε την Ελληνική Μπριγάδα για τη Κουβα.
Ό,τι και να πω εγώ, ότι και να πούμε εμείς για τον Τρισμέγιστο Μίκη είναι μικρά και λίγα, γιατί έχουν μιλήσει γι’ αυτόν παγκόσμιες προσωπικότητες της τέχνης, του πολιτισμού, των γραμμάτων, της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, αλλά και όλοι οι μεγάλοι επαναστάτες του 20ου αιώνα.
Μίκη σε ευχαριστούμε που μας έμαθες να αγαπάμε την Ελλάδα αλλά και όλους τους λαούς του κόσμου και να αγωνιζόμαστε για τον ΑΝΘΡΩΠΟ, για την Ειρήνη και το δίκιο, για να, ναι Λευτέρη η πατρίδα και πανανθρώπινη η λευτεριά.
Σε ευχαριστούμε για όσα, έκανες για, την Ελλάδα ,τη Κύπρο και όλους τους λαούς, του κόσμου
Μίκη θα συνεχίσουμε μέχρι να δούμε τις αμυγδαλιές να ανθίζουν και τα μάρμαρα, να λάμπουν στον ήλιο
Σε ευγνωμονούμε που μας έδειξες το δρόμο να, ανέβουμε λίγο ψηλότερα.
Μίκη σε ευγνωμονούμε που αφιέρωσες τη ζωή σου και τη τέχνη σου στον αγώνα, για έναν καλύτερο κόσμο ,για μια κοινωνία, δίκαιη χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο για, την πρόοδο του ανθρώπου, για, την παγκόσμια ειρήνη , για την αδελφοσύνης των λαών και την αυτοδιάθεση όλων των λαών του κόσμου.

Ο Θανάσης Πετράκος είναι Αντιπρόεδρος, του Δ.Σ. του Μουσείου Μίκη Θεοδωράκη Ζάτουνα

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΠΕΤΡΑΚΟΥ ΣΤΟ 5ο  ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ ΖΑΤΟΥΝΑΣ «Ο    Μίκης της Λατινικής Αμερικής, ο Μίκης με το Φι...
21/06/2026

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΠΕΤΡΑΚΟΥ ΣΤΟ 5ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ ΖΑΤΟΥΝΑΣ
«Ο Μίκης της Λατινικής Αμερικής, ο Μίκης με το Φιντέλ, τον Τσε, τον Αλιέντε, τον Νερουδα . Αλληλεγγύη στη Κούβα »
Αξιότιμε πρέσβη της Κούβας ,αγαπητέ φίλε και σύντροφε Aramis Fuente Hernantez είμαστε χαρούμενοι για την παρουσία σας στο 5ο Διεθνές Φεστιβάλ «Μίκη Θεοδωράκη» εδώ στον τόπο της εξορίας του κατά τη περίοδο της φασιστικής δικτατορίας των συνταγματαρχών για να συμετάσχετε στο αφιέρωμα για το Μίκη της Λατινικής Αμερικής και εγκαινιάσετε την φωτογραφική έκθεση στα πλαίσια των 100 χρόνων από τη γέννηση του Φιντέλ αγαπημένου φίλου και συντρόφου του Μίκη μια έκθεση που χωρίς την αποφασιστική βοήθεια του αγαπητού φίλου Βελισάριου Κοσυβάκη . Ευχαριστούμε επίσης τον Διευθυντή του Μουσείου Φιντέλ Κάστρο της Αβάνας Ρενέ Γκοντζάλες για το ζεστό μήνυμα του. Ευχαριστούμε όλες και όλους για τη συμβολή σας και τη συμμετοχή σας .
Έχει πολύ μεγάλη σημασία ότι ήταν ομόφωνη η απόφαση μας αυτό το αφιέρωμα αλληλεγγύης στη Κούβα και όλη τη Λατινική Αμερική
Αξιότιμοι-ες προσκεκλημένοι
Αγαπητές φίλες και φίλοι
Αποτελεί αυτό που γίνεται εδώ στη Ζάτουνα το ελάχιστο Χρέος όλων μας προς τον Τρισμέγιστο Μίκη .
Στο Μίκη της Ρωμιοσύνης, στο Μίκη της ανθρωπότητας, στο Μίκη του αγώνα για να ‘ναι λεύτερη η πατρίδα και πανανθρώπινη η λευτεριά.
Στον άνθρωπο που ύμνησε και τραγούδησε τους αγώνες, τους καημούς και τη μεγαλοσύνη της Ρωμιοσύνης και βρέθηκε δίπλα σε όλους τους αγωνιζόμενους λαούς , από την Κύπρο μέχρι την Κούβα και απ’ την Χιλή μέχρι την Παλαιστίνη .
Η μουσική του Μίκη δεμένη με την ποίηση έγινε η παγκόσμια γλώσσα που δονεί και κινητοποιεί τους απανταχού εξεγερμένους και καταπιεσμένους, τους λαούς που διεκδικούν και αγωνίζονται για μια καλύτερη θέση στον ήλιο
Ο μεγάλος Έλληνας συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης είχε μια μεγάλη αγάπη για τη Κούβα και όλη τη Λατινική Αμερική, τους λαούς της και τους πολιτισμούς της. Βρέθηκε σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής, . Είχε πάει εκτός από τη Κούβα ,στο Μεξικό , στη Βενεζουέλα ,στο Περού, στην Κολομβία ,στη Χιλή και στην Αργεντινή.
Έζησε από κοντά ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την παγκόσμια ιστορία και συνδέθηκε με ανθρώπους όπως ο Φιντέλ Κάστρο, ο Τσε Γκεβάρα, ο Πάμπλο Νερούδα και ο Σαλβαδόρ Αλιέντε. Με τη μελοποίηση του «Κάντο Χενεράλ» ο Μίκης Θεοδωράκης έγινε αγαπητός σε πολλές χώρες και γνώρισε την αποθέωση
Ο Μίκης Θεοδωράκης τιμήθηκε από την κυβέρνηση της Κούβας με το Μετάλλιο Φιλίας, το οποίο απένειμε ο ίδιος ο υφυπουργός Εξωτερικών της Κούβας Νταγκομπέρτο Ροντρίγκες Μπαρέρα.
Είχε πει ο Μίκης «Γνώρισα από κοντά και τον λαό της Κούβας και το καθεστώς. Έχω συνδεθεί με φιλία με τον Τσε Γκεβάρα και τον Φιντέλ Κάστρο. Πιστεύω ότι η επανάσταση που έγινε εκεί είναι μια λαϊκή επανάσταση, που έγινε από τη βάση του λαού. Ο Φιντέλ είναι πραγματικά ένας ηγέτης και ήταν μεγάλη τιμή και χαρά που τον είδα, τον γνώρισα και συνδέθηκα μαζί του. Κάθε αναγνώριση και κάθε τιμή που έρχεται από αυτό τον λαό και από αυτή την ηγεσία είναι για μένα ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση. Νιώθω ότι είμαι κομμάτι της ίδιας επανάστασης, εδώ στην χώρα μου δυστυχώς δεν μπόρεσε να εκπληρωθεί, και τώρα αγωνίζομαι για τα ίδια πράγματα».
Ο Μίκης είχε πάει το 1962 στη Κούβα όταν οι ΗΠΑ μετά την αποτυχημένη «Επιχείρηση του Κόλπου των Χοίρων», επεκτείνουν και εντείνουν το εμπάργκο κατά της Κούβας, που ξεκίνησε από το 1958, ως απάντηση στην εθνικοποίηση των περιουσιών, εργοστασίων, κλπ. αμερικανικών συμφερόντων από την επαναστατική κυβέρνηση της χώρας, προσπαθώντας να απομονώσουν και να στραγγαλίσουν την οικονομία της.
Η ΕΔΑ αποφάσισε τότε σε ένδειξη υποστήριξης και συμπαράστασης στην επαναστατική της κυβέρνηση να στείλει μια κοινοβουλευτική αντιπροσωπία στην Κούβα. Στην αντιπροσωπία κάλεσε να συμμετέχει και ο Μίκης Θεοδωράκης ως μια προσωπικότητα διεθνούς εμβέλειας.
Ο Μίκης διηγείται ότι μετά από ένα περιπετειώδες ταξίδι έφτασαν στην Κούβα ,«Βρήκαμε μια περίεργη κατάσταση, γιατί όλος ο κόσμος ήταν ένοπλος, όλοι φορούσαν χακί στολές, είχαν όλοι μπαρμπούτος και οι γυναίκες ήταν ένοπλες, παράλληλα όμως υπήρχε και μια πανηγυρική ατμόσφαιρα. Δηλαδή όλος ο κόσμος χόρευε, μιλούσε, πανηγύριζε. Γιόρταζαν συνέχεια αυτοί, ήταν μια γιορτή της επανάστασης συνεχής.»
Το θρυλικό Canto General, ιστορικό σημείο συνάντησης της μεγαλειώδους ποίησης του νομπελίστα Χιλιανού ποιητή Pablo Neruda με τη μουσική του Μίκη, γράφτηκε όταν ο συνθέτης βρέθηκε προσκεκλημένος στην Χιλή από τον Αλιέντε.
Λέει ο Μίκης «Tο πήρα στα χέρια μου και μελοποίησα το πρώτο ποίημα μέσα στο αεροπλάνο στον γυρισμό μου στο Παρίσι» είπε ο Mίκης «στη συνέχεια συνάντησα και τον Nερούδα. Μας κάλεσε σπίτι του, ήταν πρόξενος της Xιλής, στο Παρίσι». Eκεί πρωτάκουσε το έργο μελοποιημένο. «H μουσική σας έχει μεγάλη δύναμη. Θέλω να μελοποιήσετε και άλλα μέρη» μου είπε. Πήρε το βιβλίο που κρατούσα από τον Aλιέντε με την ποίησή του και στα περιεχόμενα έβαλε μόνος του μαρκάρισμα με το ίδιο μελάνι στα ποιήματα που ήθελε να του μελοποιήσω. Aυτά αποτελούν το Canto General που γνωρίζετε όλοι. Mε τον Nερούδα δέθηκα με μια μεγάλη φιλία».
Λίγες ημέρες πριν το Αμερικανοκίνητο πραξικόπημα του Πινοσέτ στη Χιλή λέει ο Μίκης
«Ήμουν στο Μπουένος Άιρες. Μου λέει ο γραμματέας του Αλιέντε μην έρθετε. Έχουμε ορισμένα προβληματάκια. Πηγαίνετε πρώτα στη Βενεζουέλα και στο Μεξικό και ελάτε μετά. Μου είπε δηλαδή ότι “έχουμε προβληματάκια και θα καθαρίσουμε” και την άλλη μέρα τους “καθάρισαν”. Είναι φοβερό αυτό. Ήταν πολύ σκληρή χούντα, βασάνισε πολύ κόσμο. Πήγα στο Μεξικό και είπα «ο ιμπεριαλισμός παρενέβη και μια νόμιμη κυβέρνηση έπεσε. Εμείς έχουμε κάθε δικαίωμα να κάνουμε “μπριγάδας” και να μπούμε μέσα να πολεμήσουμε. Εκεί ενθουσιάστηκαν οι νεολαίοι. Αύριο λέω να ετοιμαστούμε να πάμε στη Χιλή.»
Είπα τότε στην ομιλία μου, το έγραψαν και οι εφημερίδες, ότι «εγώ θέλω να οργανώσω “μπριγάδας” στο Μεξικό, θα πάω μετά στην Κούβα να εκπαιδευτούμε στα όπλα, να γυρίσουμε στο Μεξικό και από εκεί να μπούμε στη Χιλή να ξεκινήσουμε την επανάσταση.. Αφού τελείωσα τα κονσέρτα στο Μεξικό φορτώνουμε τα πράγματα μας να πάμε στην Κούβα και έρχεται διαταγή να μην μπούμε στην Κούβα. Δεν έδινε άδεια η Κούβα. Παίρνω τηλέφωνο τον Φιντέλ και μου λέει “δεν μπορώ να το κάνω αυτό εγώ, είσαι και βλάκας, πάς και λες σε όλο τον κόσμο τι ετοιμάζεσαι να κάνεις εκεί και θα κατηγορηθώ μετά εγώ ότι οργανώνω αυτό το κίνημα και οι Αμερικάνοι θα κάνουν εισβολή στη Κούβα . Έπρεπε να το κάνεις σιωπηλά» μου είπε και φυσικά είχε δίκιο .
Γράφει ο Μίκης για το ταξίδι στην Κολομβία
«Μια φορά στην Κολομβία με είχε καλέσει ο τότε πρόεδρος, ο οποίος είχε έρθει εδώ όταν εγώ έκανα το “Κάντο Χενεράλ” στο Καραϊσκάκη. Έμεινε κατάπληκτος πως ένα λατινοαμερικάνικο έργο να το ακούει όλος ο κόσμος εδώ, να το ακούει με ανοιχτό το στόμα. Το έβαλε σκοπό λοιπόν να με καλέσει στο προεδρικό Μέγαρο. Πήρα μια μέρα το αεροπλάνο και πήγα στον Αμαζόνιο σε μια πόλη που βρισκόταν ανάμεσα στο Περού και στη Βραζιλία, πόλη της Βραζιλίας, κατεβαίνω κάτω και οι ινδιάνοι με υποδέχθηκαν τραγουδώντας.
Εκεί λοιπόν ήξεραν ότι εγώ είμαι αντάρτης παλιός και στο ξενοδοχείο μου έρχεται στο δωμάτιο μου ένας και μου λέει ότι είναι ένας αντάρτης και θέλει να σε συναντήσει μυστικά. Μου λένε λοιπόν αυτοί ότι ο πρόεδρος ο Μπετανκούρ, ο οποίος ήταν καλός άνθρωπος και φίλος μου, τους πρότεινε να κατέβουν από τα βουνά και να αφοπλιστούν. Τι να κάνουμε μου λένε.. «Εμπιστοσύνη να μην έχετε σε κανέναν, λέω. Εμπιστοσύνη να έχετε μόνο στα όπλα σας. Μη κάνετε το λάθος να παραδώσετε θα σας σφάξουν όπως έσφαξαν εμάς μετά τη Βάρκιζα».
Σήμερα αν ήταν μαζί μας ο Μίκης και σωματικά είναι βέβαιο ότι θα έστελνε μήνυμα στο Φεστιβάλ μας από την Αβάνα και τη Σάντα Κλάρα .Είναι βέβαιο ότι θα ήταν στη Κούβα μαζί με το φίλο του και σύντροφο του τον άλλο παγκόσμιο Έλληνα , το Μανώλη Γλέζο για να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους στον ηρωικό λαό και την κυβέρνηση της Κούβας που υποφέρει από τον βάρβαρο οικονομικό αποκλεισμό του Αμερικάνικου ιμπεριαλισμού για ,να γιορτάσουν τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Φιντέλ και τα 95α γενέθλια του Ραούλ και να φωνάξουν μαζί με τον Κουβανικό λαό στον Τράμπ «Πατρίδα ή Θάνατος», «Έξω οι Γιάνκηδες από τη Κούβα» .Όλο αυτό το καιρό θα έδινε συναυλίες στην Αβάνα και θα τραγουδούσε μαζί με τον ηρωικό λαό της Κούβας Οδυσσέα Ελύτη και του Πάμπλο Νερούντα «μην παρακαλώ σας μη, λησμονάτε τη χώρα μου» αλλά και «Ο Σαντίνο πέταξε τις μπότες του,
βουτήχτηκε στους πηχτούς βάλτους,
τυλίχτηκε γύρω του τη νοτισμένη ταινία της λευτεριάς μέσα στη σέλβα,
Και σφαίρα τη σφαίρα αποκρίθηκε στους «εκπολιτιστές»
Σήμερα που μετά την επική ήττα του Αμερικάνικου ιμπεριαλισμού από το ηρωικό Ιράν ,ο Τραμπ για αντιπερισπασμό στον εξευτελισμό που υπέστη στα στενά του Ορμούζ είναι πιο επικίνδυνος να επιχειρήσει εισβολή στην ηρωική Κούβα .
Για αυτό και εμείς σήμερα πιστοί στην κληρονομιά που μας άφησε ο Μίκης φωνάζουμε δυνατά «αλληλεγγύη στη Κούβα και σε όλους τους αγωνιζόμενους λαούς της Λατινικής Αμερικής».
Ο Θανάσης Πετράκος είναι Αντιπρόεδρος του «Μουσείου Μίκη Θεοδωράκη Ζάτουνας»

Address

Zátouna

Website

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Μουσείο Μίκη Θεοδωράκη Ζάτουνας posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Shortcuts

Share

Category