22/10/2024
Ο αυτοδίδακτος ζωγράφος Κενάν Μεσσαρέ γεννήθηκε το 1889 στα Ιωάννινα. Πατέρας του, ήταν ο Χασάν Ταχσίν Πασάς, που παρέδωσε στις 26 Οκτωβρίου 1912 τη Θεσσαλονίκη στους Έλληνες. Ήταν γόνος αλβανικού γένους από τη Μεσαριά της Ηπείρου και η μητέρα του ήταν εξισλαμισμένη Ελληνίδα. Όπως είναι φανερό, το επίθετό του προέρχεται από το όνομα του τόπου καταγωγής του επειδή οι μουσουλμάνοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν κληρονομούσαν το όνομα του πατέρα τους.
Το δέσιμο του Κενάν με τον πατέρα του ήταν εξαιρετικά ισχυρό, καθώς από τα παιδικά του χρόνια τον συνόδευε σε όλες του τις μετακινήσεις του.
Ξεκίνησε να ζωγραφίζει σε μικρή ηλικία. Ήρθε αρκετές φορές σε σύγκρουση με τις επικρατούσες μουσουλμανικές αντιλήψεις της εποχής που δεν συνηγορούσαν σε απεικονίσεις προσώπων. Του άρεσε να διηγείται πως η πρώτη γελοιογραφία που σχεδίασε, ως παιδί, απεικόνιζε έναν αυστηρό χότζα, ο οποίος εξέφρασε συχνά στον πατέρα του την αντίθεσή του για την κλίση του στη ζωγραφική. Ούτε η βαθιά θρησκευόμενη μητέρα του κατάφερε να του επιβάλλει την απαγόρευση της ζωγραφικής, ούτε τη μουσουλμανική απαγόρευση πόσης αλκοολούχων ποτών. Η αγάπη, όμως, που του έδειχνε ο πατέρας του και η ανεκτικότητά του ήταν τα στοιχεία που του επέτρεψαν να συνεχίσει και να αναπτύξει, ανεμπόδιστα, το ταλέντο του στη ζωγραφική.
Στην οικογένειά του μιλούσαν και έγραφαν απταίστως την ελληνική, όχι τόσο λόγω της ελληνικής καταγωγής της μητέρας του και της αποφοίτησής του από τη Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων, από την οποία είχε αποφοιτήσει και ο πατέρας του Χασάν Ταχσίν Πασάς, αλλά αργότερα και οι γιοί του, κυρίως, όμως γιατί η πολυγλωσσία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (συγκατοίκηση Ελλήνων, Αλβανών, Τούρκων, Εβραίων και Λεβαντίνων, δηλαδή Ευρωπαίων) εκείνη την εποχή ήταν καθεστώς.
Σπούδασε, όπως και τα μικρότερα αδέλφια του, στη σχολή «Γαλατά Σαράι» της Κωνσταντινούπολης. Εκεί διδάχθηκε, εκτός από την Ελληνική, την Τουρκική και την Αλβανική γλώσσα που μιλούσε και τα Αραβικά, τα Γαλλικά και τα Περσικά. Τότε δημιουργήθηκε και η ιδιαίτερη σχέση του με τη γαλλική κουλτούρα και ο κοσμοπολιτισμός του.
Κατατάχτηκε στον Οθωμανικό Στρατό και συγκεκριμένα στο Οθωμανικό Ιππικό. Όταν ήταν Ίλαρχος έγινε υπασπιστής του πατέρα του Χασάν Ταχσίν Πασά, που ενώ είχε αποστρατευτεί, ανακλήθηκε για να αναλάβει τη διοίκηση του καταρρέοντος ελληνοτουρκικού μετώπου του 1912. Από τη θέση αυτή βίωσε συνταρακτικά γεγονότα, τα οποία άφησαν ανεξίτηλα τα σημάδια τους στην μετέπειτα ζωή του.
Ζωγράφισε μεγάλη σειρά έργων αποτυπώνοντας τον ελληνικό στρατό και τον Κωνσταντίνο, τον οποίο θαύμαζε. Ζωγράφισε, επίσης, πολλές φορές, ελληνικό στρατό να νικά τον βουλγαρικό στρατό. Ποτέ δεν ζωγράφισε ελληνικό στρατό να νικά τον οθωμανικό στρατό. Ήταν παρών στην υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Παράδοσης της Θεσσαλονίκης στο Διοικητήριο, για το οποίο οι διαπραγματεύσεις έγιναν στην ελληνική γλώσσα και ο ίδιος έγραψε το πρωτόκολλο της παράδοσης της Θεσσαλονίκης στη γαλλική γλώσσα, που κράτησε η οθωμανική πλευρά, ενώ το Πρωτόκολλο που κράτησε η ελληνική πλευρά γράφτηκε επίσης στη γαλλική γλώσσα από τον τότε Λοχαγό Ιωάννη Μεταξά. Αργότερα ζωγράφισε την υπογραφή του Πρωτοκόλλου από τον πατέρα του, καθόσον δεν είχε ληφθεί μέριμνα να κληθεί φωτογράφος κατά την υπογραφή. Άλλωστε οι ιστορικοί ζωγράφοι αναλαμβάνουν να αποτυπώσουν πολεμικές σκηνές από τις οποίες απουσιάζουν οι φωτογράφοι.
Ήταν παρών και ζωγράφισε την επίσημη παράδοση της πόλης στον Κωνσταντίνο από τον πατέρα του, τον Κωνσταντίνο έφιππο να πηγαίνει στο Λευκό Πύργο για την πρώτη επίσημη έπαρση της ελληνικής σημαίας, τους πανηγυρισμούς του λαού στην πόλη, αλλά και την είσοδο του Βασιλέως Γεωργίου στις 29 Οκτωβρίου. Αργότερα ήταν στα Γιάννενα και ζωγράφισε την πολιορκία του Μπιζανίου, την παραμονή του Κωνσταντίνου εκεί, την είσοδό του στα Γιάννενα και τους Έλληνες στρατιώτες σε σειρά έργων, οι οποίοι δεν είχαν απολαβές και προστασία, οι περισσότεροι από αυτούς δεν ζήτησαν συντάξεις ή μετάλλια, δεν βάσιζαν το μέλλον τους στο ελληνικό κράτος. Πολέμησαν για την Ελλάδα, αλλά και για ιδέες μεγάλες και μικρές, που είχαν μάθει στα ολιγόχρονα μαθητικά τους χρόνια και στον αγώνα της ζωής. Αποτύπωσε στο χαρτί τις μάχες, τους τραυματίες, τις Ηπειρώτισσες που μετάφεραν πυρομαχικά. Όλοι αυτοί οι πολιτιστικοί θησαυροί που στην πλειονότητά τους ανήκουν στις Ένοπλες Δυνάμεις βρίσκονται εδώ για να ξετυλίξουν ιστορίες δόξας και τιμής των ελληνικών όπλων.
Μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου από τους Έλληνες ο Κενάν αποφάσισε να μείνει στην Ελλάδα και να πάρει την ελληνική υπηκοότητα. Εν τω μεταξύ οθωμανικό στρατοδικείο είχε καταδικάσει τον πατέρα του και αυτόν ερήμην εις θάνατον, επειδή παρέδωσαν τη Θεσσαλονίκη χωρίς μάχη. Διετέλεσε, επίσης, μέλος της διεθνούς επιτροπής, η οποία καθόρισε τα βαλκανικά σύνορα.
Το 1934 παντρεύτηκε την ωραιοτάτη Ραφέτ με την οποία απέκτησε δύο γιους, τον Σαχίν-Σέργιο αρχιτέκτονα-πολεοδόμο, που ζούσε στην Αθήνα με την οικογένειά του (απεβ 2017) και τον Ρεμζή-Ρωμανό, μηχανολόγο μηχανικό που ζει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά τον γάμο του εγκαταστάθηκε μόνιμα στα Ιωάννινα, όπου μεγάλωσαν τα παιδιά τους σε κλίμα ανεξιθρησκίας, ενώ τους παρείχαν ό,τι το καλύτερο σε μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο.
Η Θεσσαλονίκη ασκούσε πάνω του μεγάλη γοητεία. Έζησε πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα, τα ωραιότερα χρόνια της ζωής του, στην πολυπολιτισμική τότε Θεσσαλονίκη, όπου και απέκτησε τους περισσότερους φίλους του. Ο Κενάν διατήρησε στενούς δεσμούς με τη Θεσσαλονίκη, την οποία επισκεπτόταν συχνά προκειμένου να συναντήσει τους φίλους του, φέρνοντας συχνά σαν δώρο έναν πίνακά του. Έτσι πολλοί παλιοί Θεσσαλονικείς έχουν σήμερα στην κατοχή τους πίνακες του Κενάν Μεσσαρέ.
Στις δύσκολες εποχές του Β’ΠΠ, της κατοχής και του εμφυλίου ζωγράφιζε, σχεδόν, ακατάπαυστα, συχνά το ίδιο θέμα ή παραλλαγές του. Δούλευε την ακουαρέλα και το λάδι, ενώ η θεματολογία των έργων του ήταν ευρύτατη: προσωπογραφίες, νεκρές φύσεις, τοπία, κυνήγι, θαλασσογραφίες με προσφιλές θέμα την όμορφη λίμνη των Ιωαννίνων. Τα ιστορικά θέματα και, κυρίως οι βαλκανικοί πόλεμοι 1912-13 αποτελούν σημαντικό μέρος του έργου του. Από τα έργα του πολέμου της Αλβανίας και της κατοχής βρέθηκαν πολύ λίγα. Βρέθηκε, όμως, αρκετό υλικό προετοιμασίας σε σχέδιο με μολύβι.
Το 1965, απεβίωσε. Σύμφωνα με την επιθυμία του η σωρός του μεταφέρθηκε στον οικογενειακό τάφο, στο αλβανικό νεκροταφείο της Τριανδρίας, όπου ήταν θαμμένος και ο πατέρας του Χασάν-Ταχσίν Πασάς μαζί με άλλους δύο άνδρες της οικογένειας. Το 1983 το νεκροταφείο διαλύθηκε και τα οστά του μεταφέρθηκαν στο σκευοφυλάκιο της Μαλακοπής, από όπου μεταφέρθηκαν το 2006 και ενταφιάστηκαν από τον κ. Βασίλειο Νικόλτσιο (Σχη ε.α) σε σεμνό ταφικό μνημείο, που σχεδίασε ο γιος του Σαχίν-Σέργιος, στον προαύλιο χώρο του Στρατιωτικού Μουσείου Βαλκανικών Πολέμων στο χωριό Γέφυρα Θεσσαλονίκης.
Ως Έλληνες οφείλουμε τιμή στον πατέρα του Χασάν Ταχσίν Πασά, και όχι επειδή παρέδωσε τη Θεσσαλονίκη χωρίς μάχη, διότι έξι ελληνικές μεραρχίες ήταν έξω από την πόλη, έτοιμες να προελάσουν και να την απελευθερώσουν, καθόσον οι 29.000 Οθωμανοί στρατιώτες του Πασά είχαν μέρες να φάνε και το ηθικό τους ήταν πολύ χαμηλό, αλλά αν γινόταν μάχη θα προλάβαιναν να εισέλθει μαζί με τον ελληνικό στρατό και ο βουλγαρικός στρατός. Ίσως η τύχη της Θεσσαλονίκης θα ήταν διαφορετική από τη σημερινή, επειδή δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να ξεσπάσει ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος. Ο Χασάν Ταχσίν Πασάς έσωσε στην κυριολεξία τη Θεσσαλονίκη, εφόσον δεν την παρέδωσε στην πυρά και την καταστροφή και δεν υπέγραψε ένα αντίστοιχο πρωτόκολλο παράδοσης με τους Βουλγάρους, όπως του ζητήθηκε, επιδεικνύοντας στρατιωτικό πολιτισμό, εντιμότητα και υψηλές ηθικές αξίες.
Από την ομιλία του Σχη ε.α. Βασιλείου Νικόλτσιου Vasileios Nikoltsios στο εικαστικό μνημόσυνο που πραγματοποιήθηκε στο Πολεμικό Μουσείο Παράρτημα Θεσσαλονίκης 50 χρόνια μετά το θάνατο του Κενάν Μεσσαρέ (2015) , παρουσία του υιού του Σαχίν-Σέργιου (Ινίς) Μεσσαρέ.