06/01/2026
Χρόνια Πολλά!
Στις Μοναξιές των Αγίων
(απόσπασμα)
Ανάμεσα στα μεριά των δύο τούτων βουνών
ανοίγει η μεγάλη πηγή
Αναβάλσα τη λένε.
Απ αυτή ξεκινάει ο Κηφισός ποταμός.
Και κυλάει μέχρις ότου πέσουν στη θάλασσα τα λίγα νερά του.
Άλλοτε πότιζε τα περβόλια της θαυμάσιας γης.
Και κινούσε τους νερόμυλους δεξιά και ζερβά του.
Τώρα ποτίζει τους ανθρώπους που κατοικούν το Χωριό,
την Πόλη που κυλιέται κάτω ακριβώς απ τ αρχαίο μας Κάστρο.
Η μαρμάρινη πλάκα που αγιάζονται τα νερά, στην Αναβάλσα,
κάθε χρόνο την ημέρα των Φώτων φεγγίζει.
Ας ντυθούμε λοιπόν με λευκές, αγνές φορεσιές, ακηλίδωτες.
Κι ας πάμε στην Αναβάλσα να μνημονέψουμε τα αθάνατα πνεύματα του νερού της.
Πιο κει, υπάρχει γεφύρι, με καμάρα, ωραίο.
Γύρω χορεύουν Νεράϊδες
Και πάρα πάνω ακόμα, θεωρώ, πως ήταν ιερό του Πανός.
Του Μεγάλου Αρχαίου Θεού. Βρίσκεται δεξιά καθώς περπατούμε κάτω στις ρίζες του Μαβουρνά, λίγες οργές πάνω απ το ποτάμι, που τρέχει μονάχα χειμώνα.
Το καλοκαίρι, τα νερά του στεγνώνουν. Και ο μύλος του Παντελή, μένει από χρόνια δεκάδες χωρίς να κυλούνε οι μυλόπετρες που σπάζαν τους σπόρους του κριθαριού και σταριού για να γίνει αλεύρι.
Στην Αναβάλσα, ερχόμουνα συχνά με τη μάννα μου και τις άλλες γειτόνισσες, για να πλύνουν τα ρούχα, συγκεκριμένες φορές κάθε χρόνο.
Μα το νερό της πηγής της, δεν το πίναμε εύκολα. Πηγαίναμε πάρα κει, στον Παληοσλήνα και παίρναμε απ το λιγοστό πού 'τρεχε στις σκαλισμένες με όμορφα σχέδια βρύσες του.
Τα νερά, πεντακάθαρα.
Το ποτάμι, του Κηφισού, γεμάτο με χέλια, νεροφίδες, χελώνες, καβούρια, και φύλα πλατάνου πεσμένα, δεν βλέπανε ποτέ τις αχτίνες του ήλιου το καλοκαίρι.
΄Ισκιος το δρόσιζε το ποτάμι του Κηφισού, από πλατάνια και καρυδιές κι άλλα δέντρα, γεμάτα καρπούς, να χορταίνεις απλώνοντας το χέρι σου και παίρνοντας κατά βούληση.
Εκεί δε σου μιλούσε κανείς τι θα πάρεις.
Σα νάτανε του Θεού τα κυδώνια και ρόδια, το Φθινόπωρο, τα καρύδια, και οι καρποί του καλοκαιριού.
Κατεβαίναμε ως τη Θάλασσα, περπατώντας ξυπόλητοι, μες τα νερά, με τα κοντά παντελόνια μας .
Που και που, χρειάζονταν προσοχή, να μην πέσουμε μες το νερό, γλιστρώντας πάνω σε πέτρες γλιστερές πολύ, απ τη λείανση πού 'χανε πάθει με το νερό που τις τρώει συνέχεια χρόνια χιλιάδες, και βγάζοντας πρασινοκαφέ γλιστερά μικρούλικα μούσκλια.
Γι'αυτό κρατούσαμε και καλάμι, που βοήθαγε να μην πέφτουμε καθώς πατούσαμε πάνω σε τέτοιες παγίδες. Κι επίσης, για να διώξουμε πέρα καμιά νεροφίδα, η να ρίξουμε κατά γης κάνα καρύδι η άλλο καρπό, που δεν φτάναν τα χέρια μας.
Μια κληματαριά, είχε αναρριχηθεί σ ένα πλάτανο, και τον αγκάλιαζε παθιασμένα ξεκινώντας απ τον χοντρό του κορμό, μέχρι απάνω, στα ψηλότερα κλαδιά του.
Τσαμπιά κόκκινα σταφύλια, κρεμότανε σα βυζιά νέας γυναίκας.
Μα βρισκόταν ψηλά. Και ήτανε δύσκολο να τα πιάσεις.
Είχαν προλάβει άλλοι και έκοψαν τους ωραίους τούτους καρπούς του Διόνυσου.
Τώρα, οι υπόλοιποι βρισκόταν σε απρόσιτα ύψη, και γελούσαν γνωρίζοντας την ανημπόρια της πεθυμιάς σου.
ΜΑΝΟΣ ΦΑΛΤΑΪΤΣ