Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος

  • Home
  • Greece
  • Kalávrita
  • Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος

Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος Ενημέρωση -Προβολή των σκοπών-στόχων και δράσεων του Μ?

Το Ολοκαύτωμα του Χορτιάτη!
02/09/2026

Το Ολοκαύτωμα του Χορτιάτη!

Μαρτυρικά χωριά και πόλεις της Ελλάδος κατά την περίοδο της Κατοχής (1941-1944).

Χορτιάτης, 2 Σεπτεμβρίου 1944
Το Ολοκαύτωμα
Στις 2 Σεπτεμβρίου 1944 ξημερώνει για τον Χορτιάτη ένα συνηθισμένο Σάββατο. Οι κάτοικοί του ξυπνούν ξεκινώντας τις δουλειές της καθημερινότητάς τους. Πολλοί φεύγουν έξω από το χωριό για τις συνηθισμένες αγροτικές εργασίες.
Τίποτα δεν προμήνυε την καταστροφή που έμελλε να ακολουθήσει, αν και οι γερμανικές δυνάμεις είχαν τελευταία σκληρύνει τη στάση τους μπροστά και στη διαφαινόμενη κατάρρευσή τους.
Όπως κάθε Σάββατο, ένα φορτηγάκι της υπηρεσίας ύδρευσης Θεσσαλονίκης με δύο υπαλλήλους, συνοδευόμενο, ως συνήθως, από ένα στρατιωτικό όχημα της γερμανικής φρουράς, στο οποίο επέβαιναν ένας γιατρός, ένας αξιωματικός και ένας υπαξιωματικός, ξεκινάει από την πόλη με προορισμό τις πηγές της Αγίας Παρασκευής στο Χορτιάτη για την απολύμανση με χλώριο του νερού, από το οποίο υδροδοτούταν μεγάλο μέρος της Θεσσαλονίκης.

Την ίδια ώρα μια ομάδα ανταρτών από το λόχο του καπετάν Φλουριά (Αντ, Καζάκου) υπό τον Βάιο Ρικούδη έχει κατέβει από το βουνό, το οποίο αποτελεί καταφύγιο τους, και βρίσκεται κρυμμένη στην περιοχή Καμάρα, στο ρωμαϊκό υδραγωγείο.

Γύρω στις 8:30 το πρωί το προπορευόμενο όχημα της εταιρείας ύδρευσης, κινούμενο στο δημόσιο δρόμο του Χορτιάτη, πλησιάζει στο σημείο όπου παραφυλάει η αντάρτικη ομάδα. Το όχημα δεν σταματά στο σήμα των ανταρτών, οι οποίοι ανοίγουν πυρ εναντίον του. Από τους πυροβολισμούς σκοτώνεται ο υπάλληλος του δήμου Σιδερίδης και τραυματίζεται ο συνάδελφός του. Σε κοντινή απόσταση ακολουθεί το γερμανικό στρατιωτικό όχημα, που δέχεται και αυτό πυρά. Σκοτώνεται ένας λοχίας, που δέχεται σφαίρα στο κεφάλι, και τραυματίζεται ένας υπολοχαγός. Ο γιατρός οδηγός του οχήματος, αν και αιφνιδιασμένος, καταφέρνει να ξεφύγει και κατευθύνεται στο Ασβεστοχώρι, όπου στρατοπέδευαν γερμανικές δυνάμεις, απ’ όπου και ενημερώνονται για το συμβάν τα ηγετικά κλιμάκια στο Αρσακλί (Πανόραμα) και τη Θεσσαλονίκη.
Η αντάρτικη ομάδα μετά το επεισόδιο αποσύρεται στο βουνό και στην περιοχή Λιβάδι, όπου βρίσκεται ο υπόλοιπος λόχος.
Στο μεταξύ, στο χωριό, στο οποίο έχει φθάσει ο αχός των πυροβολισμών, επικρατεί ανησυχία και αναταραχή υπό το φόβο αντιποίνων. Ο κόσμος βρίσκεται σε σύγχυση μην ξέροντας τι πρόκειται να επακολουθήσει και το τι πρέπει να κάνει. Οι περισσότεροι τελικά αποφασίζουν να φύγουν προς το βουνό, ώστε να κρυφτούν, αλλά αρκετές δεκάδες άτομα, κυρίως γυναικόπαιδα και μεγαλύτεροι σε ηλικία, παραμένουν. Μαζί και ο πρόεδρος Χρήστος Μπατάτσιος, που εκτιμά ότι μετά από τις εξηγήσεις που θα έδινε δεν θα υπήρχαν επιπτώσεις για το χωριό, στηριζόμενος στην πεποίθησή του πως θα βοηθούσε η καλή σχέση που είχε οικοδομήσει με τον γερμανό διοικητή, τον οποίο συστηματικά προμήθευε με καυσόξυλα, ζωντανά κλπ.
Το απομεσήμερο το χωριό σκεπάζει μια βαριά συννεφιά. Από το Ασβεστοχώρι ανηφορίζει προς το Χορτιάτη μια γερμανική φάλαγγα αποτελούμενη από 32 οχήματα, τα οποία μεταφέρουν στρατιώτες της εκεί φρουράς και ταγμάτων από τη Θεσσαλονίκη αλλά και ταγματασφαλίτες. Σκοπός τους τα αντίποινα για την αντάρτικη πράξη και το θάνατο του γερμανού λοχία. Επικεφαλής έχει τεθεί ο γνωστός για την βιαιότητά του και τις μαζικές εκτελέσεις που έχει προκαλέσει σε πολλές περιοχές της χώρας λοχίας Σούμπερτ. Στο χωριό ορισμένοι από τους εναπομείναντες κατοίκους, ακούγοντας τη βοή της φάλαγγας, φεύγουν και αυτοί να κρυφτούν στο δάσος που είναι πιο ασφαλές, ενώ οι υπόλοιποι κλείνονται στα σπίτια τους και περιμένουν με σφιγμένη την καρδιά -μια συνέχεια που μάλλον δεν μπορούσαν να φανταστούν.

Μόλις η φάλαγγα φθάνει στην πλατεία του χωριού, οι γερμανοί στρατιώτες και οι ταγματασφαλίτες χωρίζονται σε δύο ομάδες και ξεχύνονται στους δρόμους πυροβολώντας. Εισβάλλουν στα σπίτια, λεηλατούν ό,τι πολύτιμο ή χρήσιμο βρίσκουν, το οποίο φορτώνουν στα οχήματά τους. Συγκεντρώνουν τους κατοίκους στην πλατεία και το εξοχικό κέντρο «Κήπος» του Χρ. Μπατάτσιου, άλλους σέρνοντας και χτυπώντας τους, και παραδίδουν στη φωτιά τα περισσότερα σπίτια. Την ίδια ώρα ταγματασφαλίτες που έχουν ακροβολιστεί πέριξ του χωριού παριστάνοντας τους αντάρτες είτε καλούν τους κρυμμένους να βγουν από τις κρυψώνες τους, δίνοντας τους διαβεβαιώσεις για την ασφάλειά τους, είτε πυροβολούν όσους προσπαθούν να φύγουν από το χωριό.
Στο μεταξύ, οι κάτοικοι (στην συντριπτική τους πλειοψηφία ηλικιωμένοι, γυναίκες και παιδιά) έχουν μαζευτεί, υπό τις γερμανικές απειλές, στα δύο σημεία συγκέντρωσης.
Οι Γερμανοί δε δείχνουν καμία διάθεση να ακούσουν τις εξηγήσεις και φαίνονται αποφασισμένοι για την αποτρόπαιη συνέχεια. Ο ιερέας του χωριού Δημήτρης Τομαράς, περιστοιχισμένος από δεκάδες άτομα, σπεύσει να μεσολαβήσει, όμως επί ματαίω. Λίγο αργότερα ο μακεδονομάχος παπάς αναγκάζεται να παρακολουθήσει το βασανισμό και την ατίμωση των δύο θυγατέρων του και εν συνεχεία βασανίζεται και αυτός και δολοφονείται. Ανάλογη τύχη έχει και η προσπάθεια του προέδρου, ο οποίος πλησιάζει τον επικεφαλής και την ώρα που τείνει το χέρι για να τον χαιρετήσει, αυτός τον τραυματίζει με μαχαίρι, με αποτέλεσμα να λιποθυμήσει από την αιμορραγία. Ο πρόεδρος θα καεί στη συνέχεια με την οικογένειά του στο φούρνο του Γκουραμάνη.

Το χωριό καίγεται και οι Γερμανοί και οι ταγματασφαλίτες ξεσπούν σε παράφορες βιαιότητες. Πυροβολούν εν ψυχρώ ανήμπορους ηλικιωμένους, αρπάζουν νήπια από τις αγκαλιές των μητέρων τους και τα σκοτώνουν με αποτρόπαιη βαρβαρότητα -χτυπώντας τα στους τοίχους ή πατώντας με τις αρβύλες τα κεφάλια τους- κακοποιούν γυναίκες, κόβουν δάχτυλα με τα μαχαίρια τους για να αρπάξουν δαχτυλίδια.
Οι σκηνές που εκτυλίσσονται δεν μπορούν να περιγραφούν. Σύμφωνα με μαρτυρίες μια γυναίκα δεμένη σε ένα δέντρο αναγκάζεται να παρακολουθήσει τον διαδοχικό βιασμό και εν συνεχεία τη δολοφονία (με το μαρτυρικό «παλούκωμα») της νεαρής κόρης της και εν συνεχεία δολοφονείται και αυτή. Σε μια άκρη του χωριού μια μητέρα που είναι κρυμμένη, για να μην ακουστεί το κλάμα του βρέφους που έχει στην αγκαλιά της και προδώσει την κρυψώνα τους, αναγκάζεται να κλείσει με το χέρι της το στόμα του, έως ότου άθελά της το πνίξει. Ο τόπος γεμίζει με πτώματα, κραυγές και αναφιλητά.

Ο κύκλος του θανάτου όμως μόλις έχει ανοίξει, με τον Σούμπερτ και την ομάδα του να ετοιμάζουν την τελική φάση του προμελετημένου εγκλήματος. Τοποθετούν τους κατοίκους του χωριού σε σειρές των δύο και τριών ατόμων και -αν και η αρχική σκέψη ήθελε ως προορισμό και τόπο της μαζικής εκτέλεσης το νεκροταφείο- δημιουργούν πομπές από την πλατεία προς το σπίτι του Νταμπούδη και από το κέντρο του προέδρου στο φούρνο του Γκουραμάνη. Με βαριά βήματα οι πορείες φτάνουν έξω από τα κτίρια που σε λίγο θα μετατραπούν σε νέα κρεματόρια. Οι κατακτητές και οι Έλληνες συνεργάτες τους στοιβάζουν τον κόσμο μέσα στα δύο κτίρια.
Στο φούρνο του Γκουραμάνη νεκρική σιγή, μιλάνε οι ματιές, υγρές, βαθιές. Όμως και μια σπίθα ελπίδας. Ένα παράθυρο στο πίσω μέρος του φούρνου, η ύπαρξη του οποίου διαφεύγει αρχικά της προσοχής των Γερμανών, αποτελεί πραγματικό παράθυρο προς τη ζωή για λιγοστά εγκλωβισμένα μικρά παιδιά, που από κει καταφέρνουν να πηδήξουν έξω και να βρουν διέξοδο σωτηρίας. Σύντομα οι κατακτητές θα το αντιληφθούν και θα στήσουν απέναντι στρατιώτες, που σκοτώνουν όσους επιχειρούν να διαφύγουν.

Στην είσοδό του στήνουν ένα πολυβόλο και ξεκινούν να «γαζώνουν» το φούρνο. Στη συνέχεια, ρίχνουν στους συγκεντρωμένους άχυρα και εμπρηστική σκόνη, που με τις πρώτες ριπές μετατρέπουν το φούρνο σε κόλαση πυρός. Άλλοι πέφτουν νεκροί από τα πυρά, άλλοι καίγονται ζωντανοί, κάποιοι, ακόμη και γυναίκες με τα μωρά τους στην αγκαλιά, επιχειρούν να βγουν από την πόρτα. Και εκεί όμως περιμένουν στρατιώτες που είτε σφάζουν, είτε πυροβολούν όσους βγαίνουν, δημιουργώντας σωρούς πτωμάτων. Μιαν ανάσα και έξοδος, «ηρωική», δίχως λογική -πού να χωρέσει άλλωστε! Μέσα στην αναστάτωση κάποια παιδιά καταφέρνουν να βγουν έξω σώα. Σώζονται βγαίνοντας από τα φλεγόμενα κτίρια κρυμμένα πίσω από μεγαλύτερους και αναγκαζόμενα να παραστήσουν επί ώρες τα νεκρά ανάμεσα σε στοίβες πτωμάτων. Το ίδιο σκηνικό έχει στηθεί και στο σπίτι του Νταμπούδη. Οι γρατσουνιές στους τοίχους καταμαρτυρούν την προσπάθεια των απελπισμένων εγκλείστων να σωθούν από τις φλόγες και την βουλή της Ατρόπου Μοίρας.

Οι Γερμανοί και οι ταγματασφαλίτες, που θα τους ξεπεράσουν σε βιαιότητα και απανθρωπιά, δεν θα αποχωρήσουν παρά αργά το απόγευμα και αφού βεβαιωθούν ότι κανείς δεν έχει γλιτώσει της εκδικητικής τους μανίας, ότι δεν έχει απομείνει τίποτα να καεί και να λεηλατηθεί. Δεν θα χορτάσουν όμως να σκοτώνουν. Κατηφορίζοντας από το κατεστραμμένο χωριό θα συναντήσουν στο δρόμο τον 20χρονο Βάιο Νταμπούδη, ο οποίος επέστρεφε από το σανατόριο του Ασβεστοχωρίου, όπου είχε επισκεφθεί τον εκεί νοσηλευόμενο ασθενή πατέρα του. Τον συλλαμβάνουν και τον εκτελούν και αυτόν αναίτια και εν ψυχρώ.

Αφήνουν πίσω τους καταστροφή. Το χωριό καμένο και ολότελα κατεστραμμένο (περισσότερα από 300 σπίτια και κτίρια έχουν μετατραπεί σε στάχτες), πτώματα σκορπισμένα παντού, η μυρωδιά της καμένης σάρκας διάχυτη. Ο απολογισμός τραγικός: 149 νεκροί, από τους οποίους οι 51 ανήλικοι και από αυτούς οι 36 κάτω των 10 ετών -ακόμη και αβάπτιστα βρέφη. Άλλοι εν ψυχρώ εκτελεσμένοι, άλλοι καμένοι ζώντες. Μια ακόμη μαύρη σελίδα στην ιστορία έχει γραφτεί, το Ολοκαύτωμα του μαρτυρικού Χορτιάτη έχει συντελεστεί.

Από το φούρνο του Γκουραμάνη, το σπίτι του Νταμπούδη και άλλα σημεία του χωριού θα γλιτώσουν ελάχιστοι. Η Μαρία Αγγελινούδη, ο Πέτρος Τσαγγαλής, η Ίρις Ζέκκα, ο Τάσος, η Ελένη και η Ειρήνη Ρωμούδη, η Βασιλική και η Ελένη Γκουραμάνη, η Αναστασία και ο Κώστας Αγγελινούδης, ο Παύλος Ζέκκας, ο Γιώργος Γκουραμάνης, ο Παναγιώτης και Θανάσης Γαλητσιάνος, ο Παναγιώτης Σαρβάνης, η Ελένη Χαρατσή, η Χρυσή Αγοραστού κ.ά.

24/08/2026
ΤΑ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ Τ΄ Ανώγεια λόγω της θέσης τους, στις απόκρημνες πλαγιές του Ψηλορείτη και του  αδούλωτου φρ...
18/08/2026

ΤΑ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ
Τ΄ Ανώγεια λόγω της θέσης τους, στις απόκρημνες πλαγιές του Ψηλορείτη και του αδούλωτου φρονήματος των κατοίκων τους, βρέθηκαν πάντοτε στην πρώτη γραμμή των απελευθερωτικών αγώνων των Κρητικών απέναντι σε οποιονδήποτε κατακτητή.
Κατακτήθηκαν από τους Τούρκους το 1648 και στη συνέχεια ήταν βακουφικό (μοναστηριακό) χωριό, αφιερωμένο στα τζαμιά της Βαλιδέ Σουλτάνας, ενώ παράλληλα αποτέλεσαν σημαντικό επαναστατικό κέντρο.
Το Μάιο του 1822, στη θέση Σκλαβόκαμπος Μαλεβιζίου, οι Ανωγειανοί νίκησαν τους Τούρκους, με αρχηγό τους το Βασίλη Σμπώκο. Το γεγονός αυτό, έγινε η αφορμή και στις 14 Ιουλίου του 1822, ο Σερίφ Πασάς που βρήκε το χωριό ερημωμένο από τους κατοίκους του, οι οποίοι πολεμούσαν στη Μεσσαρά, το λεηλάτησε και το έκαψε. Αυτό ήταν το πρώτο ολοκαύτωμα των Ανωγείων και έμελλε να ακολουθήσουν άλλα δύο. Λίγο πριν από την επανάσταση του 1866, έγινε στα Ανώγεια η συνέλευση για την εκλογή αντιπροσώπων των οπλαρχηγών της Ανατολικής Κρήτης. Την ίδια χρονιά, τρεις Ανωγειανοί άνηκαν στους πεσόντες του ολοκαυτώματος του Αρκαδίου, με το οποίο ηρωικά αποκρούστηκε η απόπειρα κατάληψής του από τον Σερίζ πασά.
Το 1867 ο Ομέρ πασάς κατέλαβε τ’ Ανώγεια και το Νοέμβριο του ίδιου έτους ο Ρεσίζ πασάς προέβη στο ολοκαύτωμα του χωριού για δεύτερη φορά, μόλις 45 χρόνια μετά από το πρώτο ολοκαύτωμα.
Οι κάτοικοι των Ανωγείων έλαβαν, ακόμα, μέρος στις επαναστάσεις του 1878 και του 1897 αλλά και στο Μακεδονικό και στον Ηπειρωτικό Αγώνα.

Κατά το Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο οι Ανωγειανοί πήραν μέρος, από τους πρώτους, στην αντίσταση κατά των Ναζί κατακτητών με τη δημιουργία ένοπλων ομάδων σε συνεργασία με το Συμμαχικό Αρχηγείο Μέσης Ανατολής και έχοντας επικεφαλής τον Ιωάννη Δραμουντάνη (Στεφανογιάννη) ο οποίος και εκτελέστηκε από τους Ναζί, στις 12 Φεβρουαρίου 1944
Κορυφαίο γεγονός της αντίστασης του αγωνιζόμενου λαού των Ανωγείων, υπήρξε η καταστροφή και ισοπέδωση του χωριού τον Αύγουστο του 1944. Το 3ο ολοκαύτωμα των Ανωγείων άρχισε τη 13η Αυγούστου και κράτησε μέχρι το τέλος του ίδιου μήνα. Στο Αρμί, την κεντρική πλατεία του χωριού βρίσκεται εγχάρακτη η διαταγή του Γερμανού στρατηγού φρουράρχου Κρήτης.
“…Επειδή η πόλις των Ανωγείων είναι κέντρον της αγγλικής κατασκοπίας εν Κρήτη και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το φόνο του λοχία φρουράρχου Γενί-Γκαβέ και της υπ’ αυτόν φρουράς και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το σαμποτάζ της Δαμάστας, επειδή εις Ανώγεια ευρίσκουν άσυλον και προστασίαν οι αντάρται των διαφόρων ομάδων αντιστάσεως και επειδή εκ των Ανωγείων διήλθον και οι απαγωγείς με τον στρατηγόν Φον Κράιπε χρησιμοποιήσαντες ως σταθμόν διακομιδής τα Ανώγεια, διατάσσομεν την ΙΣΟΠΕΔΩΣΙΝ τούτων και την εκτέλεσιν παντός άρρενος Ανωγειανού όστις ήθελεν ευρεθεί εντός του χωρίου και πέριξ αυτού εις απόστασιν ενός χιλιομέτρου.”
Χανιά 13-8-44 0 Στρατηγός Διοικητής Φρουρίου Κρήτης X. ΜΙΛΛΕΡ
Η εξουδετέρωση και σύλληψη του αναφερόμενου στη διαταγή φρούραρχου Γενί-Καβέ και της φρουράς του (8 άτομα) πραγματοποιήθηκε την 7-8-1944 στην περιοχή Σφακάκι Ανωγείων, από ενδεκαμελή ομάδα του εφεδρικού Ε.Λ.Α.Σ. To σαμποτάζ της Δαμάστας πραγματοποιήθηκε το πρωί της 8-8-1944, στον κεντρικό τότε αμαξωτό δρόμο της Κρήτης και σε μικρή απόσταση δυτικά του χωριού Δαμάστα από ομάδα ανταρτών της Ε.Α.Ο. “O ΨΗΛΟΡΕΙΤΗΣ” και είχε σαν αποτέλεσμα την ισοπέδωση και του χωριού Δαμάστα και την εκτέλεση των αντρών που πιάστηκαν σ’ αυτό από τους Γερμανούς. Μετά την έκδοση της διαταγής που προαναφέραμε, Γερμανοί στρατιώτες, πραγματοποιούν την κύκλωση των Ανωγείων, την 13-8-1941 και αρχίζουν το μακάβριο έργο των εκτελέσεων, της λεηλασίας και της καταστροφής, αφού πρώτα απομάκρυναν τα γυναικόπαιδα που βρέθηκαν μέσα σ’ αυτά, μαζί με ελάχιστους ανίκανους γέροντες. To σύνολο των αντρών και αγοριών είχαν καταφύγει στα λημέρια των ανταρτών και στις δυσπρόσιτες χαράδρες και σπηλιές του Ψηλορείτη. Μεγάλο μέρος του άμαχου πληθυσμού των Ανωγείων βρήκε, επίσης, καταφύγιο στα γύρω χωριά της περιοχής και σε χωριά της επαρχίας Μαλεβιζίου όπου κατάφερε να επιβιώσει χάρις στην έμπρακτη αλληλεγγύη των κατοίκων τους, οι οποίοι φιλοξένησαν κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες ολόκληρες οικογένεια ακόμα και για χρόνια.
Τα Ανώγεια ανήκουν σήμερα στο Δίκτυο Μαρτυρικών Πόλεων & Χωριών, «Ελληνικά Ολοκαυτώματα».

Μαρτυρικά χωριά και πόλεις της Ελλάδος κατά την περίοδο της Κατοχής (1941-1944).Πηγή. /www.dmko.gr17 Αυγούστου 1944 - Σο...
17/08/2026

Μαρτυρικά χωριά και πόλεις της Ελλάδος κατά την περίοδο της Κατοχής (1941-1944).
Πηγή. /www.dmko.gr
17 Αυγούστου 1944 - Σοκαράς Ηρακλείου
Το χρονικό της Σπηλιάρας
Το πρωί της 17ης Αυγούστου 1944 οι Γερμανοί κατακτητές συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους του Σοκαρά στο σχολείο. Λίγο πριν το μεσημέρι οι Γερμανοί διαχώρισαν τους άνδρες από τα γυναικόπαιδα. Όλοι οι άντρες του χωριού, από 18 έως 60 χρόνων βρέθηκαν ενώπιον των δοσίλογων οι οποίοι φορώντας μαύρες κουκούλες πρόδωσαν εκείνους που είχαν αναπτύξει αντιστασιακή δράση. Οι προδότες ξεχώρισαν 26 Σοκαριανούς τους οποίους οι Γερμανοί έδεσαν πισθάγκωνα και τους οδήγησαν έξω από το χωριό, προς τη θέση «Σπηλιάρα». Ο Γιώργος Γιαννακάκης επιχείρησε κατά τη διαδρομή να δραπετεύσει όμως οι ναζί τον συνέλαβαν μέσα στον Σοκαρά και τον σκότωσαν επί τόπου δια ξυλοδαρμού. Το μεσημέρι το απόσπασμα έχει στηθεί στην «Σπηλιάρα» κι ένα-ένα τα 25 παλικάρια του Σοκαρά σωριάστηκαν στο έδαφος έπειτα από τις γερμανικές ομοβροντίες των όπλων. Ο 27ος Σοκαριανός που εκτελέστηκε ήταν ο Γιώργος Κυριακάκης που δολοφονήθηκε με μαρτυρικό και απάνθρωπο τρόπο από τους ναζί, επειδή στο σπίτι του βρέθηκαν κρυμμένα όπλα. Οι Γερμανοί στην συνέχεια άνοιξαν έναν ομαδικό τάφο και πέταξαν μέσα και τους 27 εκτελεσθέντες, μαζί με ένα σκύλο. Αναλυτικά οι 27 Σοκαριανοί που δολοφονήθηκαν από τους Γερμανούς ήταν οι:
-) Γιώργος Χαλκιαδάκης με τους 5 γιούς του, Μανώλη, Αστρινό, Δημήτρη, Γιάννη και Λευτέρη.
-) Γυπαράκης Στυλιανός και οι 2 γιοί του, Νίκος και Μανώλης
-) Παντελής Ορφανός του Νικολάου,
-)Γιώργης Ορφανός του Νικολάου
-)Λευτέρης Ορφανός του Νικολάου,
-) Αντώνης Ορφανός του Νικολάου
-) Γιαννουλάκης Βασίλης του Μιχαήλ,
-) Γιαννουλάκης Ευθύνης του Μιχαήλ,
-) Γιαννουλάκης Γιώργης του Μιχαήλ,
-) Γιαννουλάκης Βασίλης του Γεωργίου
-) Γυπαράκης Γιάννης του Αριστείδη
-) Κυριακάκης Γιώργης του Μιχαήλ
-) Κυριακάκης Νίκος του Μιχαήλ
-) Κωστακής Γιώργης του Ιωσήφ
-) Κωστάκης Νίκος του Ιωσήφ
-) Μπιμπάκης Νίκος
-) Σαρρής Δημήτρης
-) Κουτεντάκης Γιάννης
-) Παχιαδάκης Χαράλαμπος
-) Σταματάκης Γιάννης

17/08/2026

Μαρτυρικά χωριά και πόλεις της Ελλάδος κατά την περίοδο της Κατοχής (1941-1944).

Πηγή. /www.dmko.gr- Aπό το Χρονικό Μνήμης του Δήμου Νίκαιας "Τo Μπλόκο της Κοκκινιάς", 2004

Το Μπλόκο της Κοκκινιάς, Πέμπτη 17 Αυγούστου 1944

Κοντά στις 2:30 το πρωί ξεκινά το δράμα της ομαδικής σφαγής που θα ακολουθήσει όταν ανέβει ο ήλιος ψηλά. Δεκάδες γερμανικά καμιόνια περικυκλώνουν τις γύρω περιοχές που περικλείουν την Κοκκινιά, από Κορυδαλλό, Αιγάλεω, Δαφνί και Ρέντη μέχρι Κερατσίνι, Φάληρο και Πειραιά, ο κλοιός σφίγγει.
Μαζί με τους Ναζί κατακτητές καταφθάνει στην προσφυγούπολη του Πειραιά, τη «Μικρή Μόσχα», όπως είχαν βαπτίσει την Κοκκινιά, και το μηχανοκίνητο τμήμα του δοσίλογου Ν. Μπουραντά. Περί τους 3.000 βαριά οπλισμένους με πολυβόλα, όλμους, μυδράλια, ταχυβόλα, αυτόματα, Γερμανούς και Έλληνες ταγματασφαλίτες κυκλώνουν την πόλη που εκείνη την ώρα κοιμάται.

Επικεφαλής της κτηνωδίας που θα εξελιχθεί σε λίγες ώρες, ο συνταγματάρχης Πλυντζανόπουλος, ο ταγματάρχης Γιώργος Σγούρος και ο διοικητής του μηχανοκίνητου τμήματος της Αστυνομίας Νίκος Μπουραντάς. Μετά τις 6:00 π.μ. ακούγονται τα «χωνιά» στους δρόμους της Κοκκινιάς. Όχι τα χωνιά της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ που καλούσαν κάθε τόσο τον Κοκκινιώτικο λαό σε αντίσταση και του έδιναν κουράγιο, μα τα χωνιά των ταγματασφαλιτών:
«Προσοχή-προσοχή! Σας μιλάνε τα τάγματα ασφαλείας. Όλοι οι άνδρες από 14-60 ετών να πάνε στην πλατεία της Οσίας Ξένης για έλεγχο ταυτοτήτων. Όσοι πιαστούν στα σπίτια τους θα τουφεκίζονται επί τόπου». Πανικός σε κάθε σπίτι και σε κάθε δρόμο της πόλης. Μερικοί κρύβονται όπως-όπως σε στέγες, καταπακτές, πηγάδια, όπου βρουν. Με υποκόπανους γκρεμίζονται οι πόρτες των φτωχών παραγκόσπιτων και με βρισιές και κλωτσιές σέρνονται κυριολεκτικά προς τον τόπο του Μαρτυρίου, εκατοντάδες συμπολίτες μας αγωνιστές. Αρκετοί ήταν εκείνοι που δεν υπάκουσαν στην εντολή και εκτελέστηκαν επί τόπου στα σπίτια τους.
Οι γυναίκες με τα παιδιά κλαίνε και οδύρονται ακολουθώντας με αγωνία τους δικούς τους ανθρώπους.

Οι Γερμανοί αρχίζουν να καίνε τα σπίτια. Οι ταγματασφαλίτες μπαίνουν στα σπίτια και αρπάζουν ότι βρουν, καταστρέφουν, καίνε, βρίζουν και χτυπούν τα γυναικόπαιδα. Η μικρή αντίσταση που πρόλαβαν να δεχτούν από ομάδες ΕΛΑΣιτών πνίγεται στο αίμα. Οι πρώτοι νεκροί πέφτουν σε διάφορους δρόμους.

Γύρω στις 8.00 π.μ. η πλατεία της Οσίας Ξένης, αλλά και οι γύρω δρόμοι, έχουν γεμίσει από κόσμο. Περίπου 25.000 άτομα. Χωρίζονται κατά ομάδες σε πεντάδες με κενά μεταξύ τους για να μπορούν οι δήμιοι και να υποδεικνύουν όποιον θέλουν. Η εντολή είναι να κάθονται γονατιστοί με ψηλά το κεφάλι. Η ζέστη είναι αφόρητη και αρκετοί είναι αυτοί που λιποθυμούν και ζητούν εναγωνίως λίγες σταγόνες νερό. Όσες γυναίκες προσπαθούν να πλησιάσουν τους κρατούμενους προσφέροντάς τους από τις πήλινες στάμνες λίγο νερό, κακοποιούνται μπροστά σε όλους.

Ο ήλιος ανεβαίνει ψηλά, τα παλικάρια γονατισμένα με τα πρόσωπά τους γυρισμένα προς τη Μάντρα περιμένουν με αγωνία. Οι γερμανοτσολιάδες πιάνουν δουλειά.

Ο συνταγματάρχης των ταγματασφαλιτών Ι.Πλυντζανόπουλος, που φοράει κάσκα και κρατά μαστίγιο, δίνει το γενικό πρόσταγμα. Ο ταγματάρχης Γ.Σγούρος με το γιο του «μπέμπη» (Θεόδωρο Σγούρο) που είναι ντυμένος τσολιάς και οπλισμένος με αραβίδα, παίρνουν θέσεις.

Στην πλατεία εμφανίζονται ελάχιστοι Κοκκινιώτες που φορούν μαύρες κουκούλες και έχουν καλυμμένα τα πρόσωπά τους. Ο ρόλος τους είναι συγκεκριμένος, ως γνήσιοι προδότες υποδεικνύουν ποιους να εκτελέσουν. Οι προδότες Κιρκόρ Μπαταβιάν, Γρηγόρης Ιωαννίδης, Μπεμπέκογλου, Μεϊμάρης κ.α. αρχίζουν να υποδεικνύουν πατριώτες.

Ο γνωστός χαφιές της Κοκκινιάς, Μπατράνης, διακρίνει μέσα στο πλήθος το λοχαγό του ΕΛΑΣ Αποστόλη Χατζηβασιλείου και με ειρωνεία τον χαιρετά «τα σέβη μου λοχαγέ» και δίνει το σύνθημα. Αφού με την ξιφολόγχη του βγάζουν το μάτι και του σχίζουν τα μάγουλα, τον περιφέρουν ανάμεσα στο πλήθος ζητώντας του να προδώσει. Η απάντηση του ΕΛΑΣίτη λοχαγού ήταν «Πατριώτες, σηκώστε το κεφάλι, μη φοβάστε. Δεν πρόκειται να προδώσω κανέναν». Σέρνεται για να κρεμαστεί αναίσθητος. Λίγο πριν το τέλος του ψέλλισε. «ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗ»!!!.

Ακολουθεί ο γραμματέας της ΚΟΒ Κιλικιανών του Κ.Κ.Ε., Παναγιώτης Ασμάνης που τον κομμάτιασαν στην κυριολεξία καθώς τον έσερναν για εκτέλεση. Τον σκότωσε ο ίδιος ο Πλυντζανόπουλος.

Οι δοσίλογοι Βακαλόπουλος, Παρθενίου, Τσιμπιδάρος, Τσανακαλιώτης, Τηλέμαχος, Μόρφης (της Ειδικής Ασφάλειας), Μητρόπουλος, Γκίνος μαζί με το λοχαγό Παπαγεωργίου και τον διερμηνέα Ανθόπουλο συνεχίζουν με το δάχτυλο τεντωμένο : «Εσύ εκεί, κι εσύ εμπρός σήκω. Εσύ ο κομμουνιστής».

Οι κουκουλοφόροι σαν τα φίδια σέρνονται μέσα στο πλήθος και διαλέγουν ..και ο δήμιος εκτελεί. Μέχρι να τους πάνε στον τόπο της εκτέλεσης τους βασανίζουν απάνθρωπα για να προδώσουν. Χαρακτηριστικό της ανδρείας, του υψηλού φρονήματος και του πατριωτισμού των εκτελεσθέντων είναι ότι λίγο πριν το θάνατο και με αντάλλαγμα την ίδια τους τη ζωή, κανείς δεν πρόδωσε άλλο συναγωνιστή του. Ενώ πολλοί ήταν αυτοί που πριν πέσουν νεκροί έδιναν θάρρος στους υπόλοιπους προτρέποντάς τους να αγωνιστούν ενάντια στο φασισμό.

Ο τόπος εκτέλεσης είναι κοντά στην πλατεία της Οσίας Ξένης στη μάντρα ενός ταπητουργείου , στη συμβολή των οδών Κιλικίας και Θειρών. Η μάντρα του υφαντουργείου Παγιασλή γεμίζει με παλικάρια. Ο Γερμανός δήμιος που βρίσκεται στο πόστο του μέσα στη Μάντρα πίνει συνέχεια ούζο και με το όπλο του συνεχώς εκτελεί. Πίνει , βρίζει, εκτελεί και συνεχώς αναφωνεί «άλλες κόμουνιστ καπούτ», («Όλοι οι κομμουνιστές θα πεθάνουν»).

Την ώρα των ομαδικών εκτελέσεων μια ομάδα ανταρτών με επικεφαλής τους την ηρωίδα και ξακουστή αντάρτισσα Διαμάντω Κουμπάκη κρύβονται στο βόρειο τμήμα της πόλης σε σπίτια συναγωνιστών τους. Ξαφνικά γερμανικά καμιόνια ζώνουν την περιοχή και αρχίζουν να καίνε τα σπίτια. Από τα 90 σπίτια της περιοχής καίγονται τα 80. Για το λόγο αυτό η συνοικία του 4ου Καραβά ονομάστηκε «Καμένα». Γύρω στις 11:00 π.μ., οι Γερμανοί πληροφορούνται ότι στη Νεάπολη προδόθηκε (σύμφωνα με μαρτυρίες, από τον Τάσο Μπαλασάκη) το κρησφύγετο μιας ομάδας του εφεδρικού ΕΛΑΣ, στην οποία συμμετείχε η Διαμάντω Κουμπάκη. Η χαρά των Γερμανών ήταν μεγάλη διότι κατάφεραν να την συλλάβουν. Καθώς τη χτυπούσαν κατευθυνόμενοι προς τη Μάντρα η Διαμάντω τους έβριζε και τους απαντούσε «σαν και εσάς προδότες εγώ έφαγα 65!». Παρά το άγριο ξυλοδαρμό της με τους υποκόπανους των όπλων, φθάνοντας στη Μάντρα του μαρτυρίου και λίγο πριν την εκτελέσουν βρήκε το κουράγιο να φωνάξει «Μια ζωή τη χρωστάμε, ας μην την πάρουν οι προδότες. Υπάρχουν χιλιάδες λεβέντες. Θα τους εκδικηθούν».

Παρόμοια κατάληξη θα έχει και μια άλλη ηρωίδα, η Αθηνά Μαύρου. Καθώς την έσερναν βίαια στην Οσία Ξένη, για να μαρτυρήσει όσους γνώριζε, φώναξε: «αδέλφια το κεφάλι ψηλά, δε γνωρίζω κανέναν και ας με φάει το βόλι του Γερμανού».

Την ώρα που η Διαμάντω Κουμπάκη και η Αθηνά Μαύρου έπεφταν στα χέρια των Γερμανών για να βρουν τραγικό θάνατο στην ίδια περιοχή μια ομάδα ΕΛΑΣιτών με επικεφαλής το Θεόδωρο Μακρή συνεχίζει να δίνει γενναία μάχη. Κάποιοι από αυτούς κατάφεραν να διαφύγουν από το γερμανικό κλοιό. Νεκροί πέφτουν ο Θεόδωρος Μακρής και ο Ιταλός Αντιφασίστας που είχε προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ Νίνο ή Πέτρος.

Στην πλατεία Οσίας Ξένης συνεχίζεται η τραγωδία. Εκατοντάδες γυναίκες προσπαθούν να ανακουφίσουν τον πόνο των αγωνιστών και με στάμνες κουβαλούν λίγο νερό και λίγο ψωμί. Οι δήμιοι σπάνε τις στάμνες, κλωτσάνε τις γυναίκες και βρίζουν.. Τα παιδιά κλαίνε και σπαράζουν: Η ζέστη, η δίψα, ο φόβος έχει σκεπάσει τα πρόσωπα και τις ψυχές όλων. Οι Γερμανοί και οι «Έλληνες» συνεργάτες τους χαμογελούν σαρκαστικά. Η αγωνία της διαλογής συνεχίζεται, οι ριπές στη Μάντρα συνεχίζονται, το Μαρτύριο τελειωμό δεν έχει. Τη στιγμή αυτή ξεχωρίζει ο ηρωισμός του αγωνιστή Κώστα Περιβόλα ο οποίος, την ώρα που τον διαλέγουν για εκτέλεση, ορμά πάνω στον Ι.Πλυντζανόπουλο και τον πιάνει από το λαιμό, Ο δήμιος προλαβαίνει και τον εκτελεί επί τόπου. Λίγο μετά το μεσημέρι σταματούν οι εκτελέσεις.
Έχουν προηγηθεί κι άλλες ομαδικές εκτελέσεις στα Καμένα, στη συμβολή των οδών Ακροπόλεως και Αρτέμιδος. Εκεί εκτελούνται 46 πατριώτες οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην περιοχή με καμιόνια από την Οσία Ξένη.
Στο χώρο της Μάντρας η εικόνα είναι αποτρόπαια. Σωρός τα πτώματα, τσουβαλιασμένα το ένα πάνω από το άλλο. Το αίμα δύο πήχες έγλυφε το πάτωμα. Οι Γερμανοί δίνουν διαταγή στους κουκουλοφόρους να σκυλέψουν τους νεκρούς. Τα κτήνη ορμούν πάνω στα κουφάρια των ηρώων και αρχίζουν να τους παίρνουν ότι αντικείμενα αξίας είχαν πάνω τους. Ρολόγια, δαχτυλίδια , βέρες κ.α. Δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν το αποτρόπαιο ανοσιούργημά τους και οι ίδιοι οι Γερμανοί εκτέλεσαν κάποιους από αυτούς επί τόπου. Ανάμεσα σ΄ αυτούς ήταν και οι προδότες Μπατράνης και Μπεμπέκογλου.

Ο υπαστυνόμος Λευτέρης Παπανάγλου (*ήταν μέλος του ΕΑΜ) λαμβάνει εντολή από το Διοικητή του 5ου Αστυνομικού Τμήματος να επιβλέψει τη μεταφορά των εκτελεσμένων από το χώρο της Μάντρας στο Γ΄ Νεκροταφείο.. Κατόπιν διαταγής οι εργάτες του Δήμου θάβουν τους εκτελεσμένους της Μάντρας στο Γ΄ Νεκροταφείο και τους εκτελεσμένους των Καμένων στο Νεκροταφείο της Ανάληψης.

Η αυλαία αυτής της τραγωδίας έκλεισε γύρω στις 6:00 μ.μ. με ένα ξεδιάλεγμα περίπου 8.000 Κοκκινιωτών ομήρων. Ένα τεράστιο ανθρώπινο ποτάμι ξεκίνησε από την Κοκκινιά για το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Οι όμηροι οδηγούνται, σε φάλαγγα ανά τέσσερις, και σ΄ αυτή την απόσταση, περίπου 7 χιλιομέτρων όσοι πέφτουν κάτω από την εξάντληση, τη δίψα ή τη ζέστη, βασανίζονται αμέσως. Σε όλους τους δρόμους της Κοκκινιάς ακούς μόνο κλάματα μανάδων, συζύγων και παιδιών, ενώ από παντού ρέει αίμα και η πόλη μυρίζει θάνατο.

Όπως αναφέρει ο μαχητής του ΕΛΑΣ Αγ. Σοφίας Πειραιά, Μιχάλης Γρηγοράκης, ο οποίος συμμετείχε σ΄ αυτήν την πορεία, ένας από τους ταγματασφαλίτες που τους συνόδευαν, καθ΄ όλη τη διαδρομή φώναζε «Η Κοκκινιά δεν είναι εδώ. Η Γερμανία είναι εδώ. Πάρτε το χαμπάρι και θα πεθάνετε όλοι σας». Από το Χαϊδάρι γύρω στα 1.800 άτομα σέρνονται στα κολαστήρια της Γερμανίας. Κοκκινιώτες κλείστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Μανχάϊμ, Νταχάου, Μπούνχεβαλντ, Μπίπλις, Άουσβιτς και αλλού.

Χαρακτικό-Τάσσου

Κομμένο, 16 Αυγούστου 1943 Το Ολοκαύτωμα του Κομμένου Από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής!Το 1943 εντείνεται ο απελευθε...
16/08/2026

Κομμένο, 16 Αυγούστου 1943
Το Ολοκαύτωμα του Κομμένου Από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής!
Το 1943 εντείνεται ο απελευθερωτικός αγώνας και η αντίσταση του ελληνικού λαού εναντίον των γερμανικών και ιταλικών στρατευμάτων κατοχής.
Το Γερμανικό μέτωπο αρχίζει να καταρρέει. Οι Γερμανοί θέτουν σε εφαρμογή τη χιτλερική αρχή της «αλληλέγγυας ευθύνης» και διαπράττουν φρικιαστικά εγκλήματα σε βάρος αμάχων κυρίως πληθυσμών της πατρίδας μας, με στόχο να κάμψουν το αγωνιστικό και αντιστασιακό φρόνημα τους.
Στα τρομοκρατικά τους σχέδια εντάσσονται οι μαζικές εκτελέσεις, το κάψιμο πόλεων και χωριών, οι συλλήψεις, το ξεκλήρισμα των κατοίκων ολόκληρων περιοχών.
Θύμα αυτής της θηριωδίας υπήρξε και το δικό μας χωριό, για το οποίο οι φασίστες κατακτητές είχαν την πληροφορία ότι αποτελεί κέντρο δράσης αντιστασιακών οργανώσεων.
Τα χαράματα της 16ης Αυγούστου 1943 μια φάλαγγα με 22 αυτοκίνητα σταθμεύει μπροστά στο χωριό μας και 400 Γερμανοί στρατιώτες των ειδικών δυνάμεων, οπλισμένοι με όλμους, πολυβόλα, χειροβομβίδες και αυτόματα, το περικυκλώνουν.

Οι χωριανοί βρίσκονται στον ύπνο, καθώς μάλιστα την προηγούμενη γιόρταζαν το πανηγύρι τους.
Στις 4.30’ το πρωί δίνεται το σύνθημα της μαζικής εξόντωσης. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά το χωριό μας μετατρέπεται σε μια κόλαση φωτιάς και σιδήρου. Οι ριπές, οι φλόγες, οι εκρήξεις σμίγουν με τις κραυγές, τους θρήνους και τον πανικό του πρωινού Αυγουστιάτικου εφιάλτη.
Οι Γερμανοί καταστρέφουν με πρωτόγνωρη μανία ό,τι βρεθεί μπροστά τους. Τουφεκίζουν και σφάζουν αδιάκριτα άντρες, γυναίκες, γέρους και παιδιά. Ξεκοιλιάζουν τις έγκυες και καίνε τα έμβρυα. Λεηλατούν. Ασελγούν και βιάζουν. Βάζουν φωτιά σε σπίτια. Γκρεμίζουν τα πάντα.
Στο γάμο σφάζονται 30. στο ποτάμι πνίγονται άλλοι τόσοι.
Εννιά ώρες κράτησε η φρίκη του μίσους και της καταστροφής. Κατά το μεσημέρι οι Γερμανοί φεύγουν, παίρνοντας μαζί τους ρούχα, χρυσαφικά, ζώα, χρήματα και ό,τι άλλο πολύτιμο βρήκαν. Αφήνουν πίσω τους ένα απέραντο νεκροταφείο με 317 πτώματα και 440 εναπομείναντες σκιές, που πρόλαβαν να κρυφτούν και να γλιτώσουν.
Μέρες πολλές η άλλη φρίκη. Γονείς χωρίς παιδιά. Παιδιά χωρίς γονείς. Γυναίκες χωρίς άντρες. Άντρες χωρίς γυναίκες….
Εκτελέστηκαν ανελέητα 97 νήπια και παιδιά έως 15 ετών. Θανατώθηκαν 119 γυναίκες…. Τίποτε δεν έμεινε όρθιο.
Θα περάσει καιρός πολύς για να θαφτούν νεκροί και να σταθούν στα πόδια τους οι ζωντανοί.
Ο πόλεμος τελειώνει κάποτε. Όμως η φρίκη του και η απανθρωπιά του εξακολουθούν για πολύ να σημαδεύουν και να πυρπολούν τις ψυχές των απλών και ανυποψίαστων.
Στο μεγάλο και αδυσώπητο ΓΙΑΤΙ πόσες και ποιες απαντήσεις μπορούν να τις ηρεμήσουν και να τις επαναφέρουν;

Ομιλία για την Καλαβρυτινή Μάνα Εκφωνήθηκε από τη Βάλια  Κωνσταντοπούλου στον ιερό ναό του Αγίου Νεκταρίου/ Σήμερα στα Κ...
14/08/2026

Ομιλία για την Καλαβρυτινή Μάνα
Εκφωνήθηκε από τη Βάλια Κωνσταντοπούλου στον ιερό ναό του Αγίου Νεκταρίου/ Σήμερα στα ΚΑΛΆΒΡΥΤΑ 14-08-2026

Υπάρχουν κάποιες λέξεις που δεν χρειάζονται εξηγήσεις .Γιατί είναι εκείνες οι λέξεις που κουβαλάνε μέσα τους μία ολόκληρη ζωή ένα τεράστιο ηθικό βάρος.
Μια από αυτές είναι η λέξη μάνα !! Η μάνα είναι η πρώτη φωνή που ακούμε η πρώτη αγκαλιά που ανοίγει για να χωρέσει τη χαρά αλλά και τον πόνο η πρώτη ασφάλεια. Εκείνη στα πρώτα βήματα αλλά και κάθε φορά που χάνουμε το δρόμο μας στη ζωή .
Η μάνα δεν είναι απλά ένας ρόλος, είναι στάση ζωής, είναι η δύναμη, είναι το φως που πάντα μας συντροφεύει, ακόμα και όταν δεν υπάρχει πια ως φυσική παρουσία. Στην καρδιά της κουβαλάει τη χαρά της δημιουργίας, αλλά και το μεγαλύτερο φόβο μήπως πονέσει το παιδί της !!
Η μάνα δίνει ζωή ! Είναι όμως εκείνη η ύπαρξη που όταν η μοίρα της στερήσει ό,τι πιο πολύτιμο τα παιδιά της καλείται να σηκώσει ένα βάρος που μοιάζει ανθρώπινα αδιανόητο. Αυτή τη μάνα τιμούμε σήμερα, σε αυτή τη μάνα κλίνουμε με σεβασμό και δέος το κεφάλι !
ΤΗ ΜΑΝΑ των Καλαβρύτων. Γιατί αν η μάνα είναι πρόσωπο ιερό στα Καλάβρυτα, σε αυτό τον καθημαγμένο τόπο γίνεται σύμβολο ανυπέρβλητο !!

Η μάνα αυτή δεν είναι ηρωίδα των βιβλίων, δεν κράτησε όπλο, δεν βρέθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα κι όμως στάθηκε αντιμέτωπη με μία άλλη μορφή θανάτου, εκείνη που δεν τελειώνει σε μία στιγμή, αλλά συνεχίζει κάθε πρωί όταν ανοίγει κανείς τα μάτια του και πρέπει να ζήσει χωρίς εκείνους που αγαπούσε .
Περισσότερο, ίσως για αυτό, η μεγαλύτερη πράξη γενναιότητας δεν είναι τελικά ο θάνατος αλλά η ίδια η ζωή . Η Καλαβρυτινή Μάνα στις 13
Δεκεμβρίου 1943 βρέθηκε αντιμέτωπη με αυτή ακριβώς την πρόκληση. Έζησε το αδιανόητο ….το ασύλληπτο …. είδε κυριολεκτικά τον κόσμο της να καταρρέει, να γκρεμίζεται, όταν τα ανθρωποβόρα τέρατα του ναζισμού έσπειραν το θάνατο, τον όλεθρο, αφανίζοντας τα νιάτα των Καλαβρύτων, τα παιδιά της !!!
Δεν επέτρεψε όμως να γκρεμιστεί η ίδια η ζωή ! Μια πάλη βίωσε ανάμεσα στο σκοτάδι, τον πόνο, το θάνατο και τη ζωή, το φως και την ελπίδα. Όταν σώπασαν τα όπλα και έσβησε ο καπνός της θηριωδίας εκείνη στάθηκε όρθια με τα μάτια βουρκωμένα αλλά με τα ην ψυχή ασάλευτη !!



ΝΑΙ!!! έπρεπε να ζήσει ακόμα και όταν ίσως ευχόταν να είχε πεθάνει και αυτή μαζί με τα παιδιά της εκεί στη λάκα του Καπή ! Δεν είχε όμως αυτό το δικαίωμα, δεν μπορούσε να λυγίσει, έπρεπε να συνεχίσει γιατί υπήρχαν κάποια άλλα παιδιά ορφανά τρομαγμένα, πεινασμένα που από εκείνη περίμεναν τα πάντα .

Στη στάση της γυναίκας μάνας στα Καλάβρυτα αποτυπώνεται :

τι σημαίνει να συνεχίζεις όταν όλα μοιάζουν να έχουν τελειώσει

να ανάβεις τη φωτιά στην εστία ενώ ξέρεις ότι εκείνος που καθόταν απέναντί σου δεν θα γυρίσει ποτέ ξανά

να σπέρνεις να θερίζεις τη γη γνωρίζοντας πως λείπουν τα χέρια που τη δούλευαν

να νανουρίζεις τα παιδιά σου που μέσα στον ύπνο τους φωνάζουν τον πατέρα τους τα αδέρφια τους

να ξυπνάς κάθε αυγή και να επιλέγεις τη ζωή, όχι επειδή νίκησες το θάνατο και τον πόνο, αλλά επειδή έπρεπε να κρατήσεις όρθιο τον κόσμο.

Η Καλαβρυτινή μάνα, στα ορφανά παιδιά της έδωσε δύο φορές ζωή, μία όταν τα γέννησε και μία δεύτερη στις 13 Δεκεμβρίου 1943, όταν βρήκε τη δύναμη να τους εμφυσήσει τη θέληση για ζωή όταν για αυτά έγινε και μάνα και πατέρας.
Γιατί εκείνη τη μέρα οι γυναίκες αυτές έδωσαν όλες μαζί μία υπόσχεση, έναν όρκο ιερό να ξαναφτιάξουν την πόλη τους, να σταθούν όρθιες να μη λυγίσουν, να ανταποκριθούν σε έναν ρόλο που δεν τον επέλεξαν, αλλά τους τον επέβαλε η μοίρα και η ανάγκη. Αυτόν τον όρκο τον τήρησαν μέχρι το τέλος της ζωής τους ευλαβικά μετουσιώνοντας τον πόνο τους σε δύναμη.
Αυτές οι γυναίκες είναι που κράτησαν αναμμένο το καντήλι της ζωής σε πείσμα όλων εκείνων που ήθελα να αφανίσουν τα πάντα σε αυτόν εδώ τον τόπο.

Βέβαια η Καλαβρυτινή Μάνα εκτός από την απώλεια κλήθηκε να βιώσει και να διαχειριστεί το τραύμα. Ένα τραύμα που άλλαξε ριζικά της ζωή της. Αυτό δεν ήταν μία πληγή που θα έκλεινε με το χρόνο αλλά μια πληγή με την οποία έμαθε να ζει...
Δεν υπήρξε λήθη αλλά μεταμόρφωση σε δύναμη, αντοχή. Μετέτρεψε αυτό το τραύμα σε ευθύνη, σε χρέος, αγάπη, ζωή!!! Έζησε την πιο βαθιά ρήξη της ανθρώπινης ύπαρξης : την απώλεια του κόσμου όπως τον γνώριζε.
Έχασε κάθε αίσθηση ασφάλειας, δικαιοσύνης και κανονικότητας ! Και όμως από τα συντρίμμια αυτής της κατάρρευσης, οικοδόμησε ξανά έναν κόσμο για τα παιδιά της ! Αυτή στάθηκε η μεγαλύτερη νίκη της.
Άλλωστε δεν είχε ούτε το χρόνο αλλά ούτε και το δικαίωμα να βιώσει το πένθος μέσα από τα διαφορετικά στάδιά του. Έπρεπε αναγκαστικά να περάσει σε αυτό που λέγεται αποδοχή.

Η στάση της δεν είναι σε καμία περίπτωση απουσία οδύνης. Αντίθετα συνιστά μία πρωτόγνωρη ψυχική ανθεκτικότητα του ανθρώπου να ανασυγκροτεί τη ζωή του, να αναγεννάται κυριολεκτικά μέσα από τις στάχτες του και τα συντρίμμια, χωρίς να αναιρείται η ύπαρξη αυτού του τραυματικού βιώματος.
Η μάνα των Καλαβρύτων μετουσίωσε αυτό το τραύμα, την οδύνη της, τον άφατο πόνο της, το θρήνο, σε αξιοπρέπεια, σε αγώνα, σε φροντίδα αποδεικνύοντας ότι η δύναμη του ανθρώπου δεν βρίσκεται στη λήθη αλλά στο να συνεχίζει να αγαπά να ελπίζει να δημιουργεί ακόμα και όταν στη ψυχή του θα κουβαλάει για πάντα αυτή την ανεπούλωτη πληγή.
Και αν υπάρχει ένα σύμβολο που συμπυκνώνει την ιστορία της Καλαβρυτινής μάνας είναι τα ίδια τα χέρια της. Αυτά τα χέρια που με ανείπωτο πόνο έσκαβαν πρόχειρους τάφους στην παγωμένη γη του Δεκέμβρη, για να χαρίσουν στους αγαπημένους τους ένα τελευταίο τόπο ανάπαυσης. Με αυτά τα χέρια αγκάλιασε τα νεκρά παιδιά της ελπίζοντας ότι μπορεί να τους δώσει πνοή από την πνοή της και από την άλλη με τα ίδια χέρια σήκωσε και έσφιξε στην αγκαλιά της τα άλλα παιδιά τα ορφανά.
Χέρια πληγωμένα, παγωμένα από το χειμωνιάτικο αέρα και τη φρίκη, χέρια που γίνονται όμως παρηγοριά, προστασία, ασφάλεια !! Είναι τα ίδια χέρια που έκοψαν και μοίρασαν το ματωμένο ψωμί των πεθαμένων, το ματωμένο μήλο για να καταλαγιάσουν την πείνα των παιδιών τους. Αυτά τα ίδια χέρια αργότερα έσπειραν ξανά τη γη, ζύμωσαν ψωμί, σήκωσαν πέτρες για να χτίσουν. Χέρια που χάιδεψαν τα παιδικά κεφαλάκια, που έσφιξαν ξανά τα χέρια των παιδιών τους, όχι για να τους μάθουν να περπατούν, αλλά για να τους δείξουν ότι πρέπει να προχωρήσουν μπροστά !!
Χέρια γέφυρα από το θάνατο στη ζωή! Γιατί όταν χάθηκε η ασφάλεια απέμεινε για το ορφανά παιδιά των Καλαβρύτων μια τελευταία πατρίδα : η αγκαλιά της μάνας !! Μέσα σε αυτή την αγκαλιά τα παιδιά έμαθαν σιγά-σιγά να εμπιστεύονται ξανά τη ζωή και τα Καλάβρυτα μέσα από αυτά τα χέρια άρχισαν να ανασαίνουν και πάλι!!!
Σε αυτό το σημείο θα μου επιτρέψετε μία προσωπική αναφορά. Ανάμεσα σε αυτές τις γυναίκες τις μάνες των Καλαβρύτων, βρίσκεται και η δική μου γιαγιά .... Η Ελένη Κολλιοπούλου, το γένος Λερούνη, από το Λαγοβούνι. Μια γυναίκα που στις 13 Δεκεμβρίου του 1943 έχασε τα δυο της παλικάρια το Σπήλιο και τον Τάκη και τον άντρα της Κωνσταντίνο.
Δεν είχα την ευκαιρία να τη ζήσω αρκετά αφού έφυγε από τη ζωή όταν ήμουν 8 ετών. Έχω από εκείνη κάποιες έντονες εικόνες ! Θυμάμαι μία λεβεντογυναίκα μία γυναίκα που απέπνεε δύναμη και περηφάνεια που όμως στο βλέμμα της υπήρχε πάντα μία σκιά μια σιωπηλή πίκρα. Τότε δεν καταλάβαινα γιατί η δική μου γιαγιά φορούσε πάντα μαύρα…. γιατί δεν ήξερε να λέει όμορφα παραμύθια, γιατί το βλέμμα της είχε πάντα αυτή τη θλίψη και γιατί κάθε φορά που έλεγε τα παιδάκια μου στη μητέρα μου εννοούσε τα δύο της παλικάρια που χάθηκαν μαζί με τον πατέρα τους στη Λάκα του Καπή !!!
Όταν μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα τι είχε περάσει η γιαγιά μου η μητέρα μου και όλες οι γυναίκες και τα παιδιά των Καλαβρύτων αισθάνθηκα δέος αλλά και περηφάνεια που κυλάει στις φλέβες μου κάτι από το δικό τους αίμα!! Αισθάνομαι όμως ότι σηκώνω και μία βαριά παρακαταθήκη ένα χρέος απέναντί τους ένα χρέος που βαραίνει πια εμάς τα εγγόνια αυτών των γυναικών!!
Δεν κληρονομήσαμε μόνο μία ιστορία αλλά μία ευθύνη να μην αφήσουμε τη θυσία τους να καταλήξει μία απλή αναφορά σε ένα βιβλίο ιστορίας να θυμόμαστε ότι πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει ένα πρόσωπο μία μάνα ένα παιδί μια ολόκληρη οικογένεια..

Ναι!!! Έχουμε ένα καθήκον, μια ευθύνη ιερή, να μην ξεχάσουμε τι έγινε σε αυτόν εδώ τον τόπο!!! Ποιοι χάθηκαν, ποιοι στάθηκαν όρθιοι…. Να μη λησμονήσουμε όσο ζούμε αυτές τις μοναδικές γυναίκες, που κράτησαν και ανάστησαν τα Καλάβρυτα. Γιατί η λήθη θα είναι για αυτές ένας δεύτερος θάνατος και δεν τους αξίζει!!! Οφείλουμε να μιλάμε για εκείνες να λέμε το όνοματά τους, να κρατάμε ζωντανή την ιστορία τους, όχι μόνο σε επετείους, αλλά καθημερινά !!!
Γιατί δεν ήταν οι μάνες του πένθους !! Ήταν οι μάνες της ανάστασης.... της ζωής. Γιατί αυτές οι γυναίκες δεν ζήτησαν ποτέ δάφνες ούτε τίτλους έκαναν το χρέος τους! Με τα δάκρυά τους πότισαν τη μνήμη και με τη σιωπή τους δίδαξαν περισσότερα από όσα μπορούν να μας πουν χίλιοι λόγοι!!

Κλείνοντας θα σας καλούσα σε έναν νοερό περίπατο σε ένα προσκύνημα .....Ας κλείσουμε για λίγο τα ματιά και ας ανηφορίσουμε στη Λάκκα του Καπή , στον τόπο όπου η γη κράτησε την τελευταία πνοή τόσο αθώων ψυχών και έγινε αιώνιος τόπος μνήμης ! Ας σταθούμε σιωπηλοί και μέσα από αυτή τη σιωπή είναι σίγουρο πως θα νιώσουμε έντονη την παρουσία τους .....Ναι εκεί είναι οι Καλαβρυτινές μάνες, αγέρωχες, αλύγιστες μορφές, δωρικές, όλες μαζί πιασμένες από το χέρι, με το βλέμμα στραμμένο πάντα στο Χελμό να αντλούν δύναμη από το βουνό που στέκει εκεί φρουρός αυτού του τόπου !!!
Με τα χέρια τους απλωμένα θα της δούμε να αγκαλιάζουν τα Καλάβρυτα, να αγκαλιάζουν τα παιδιά τους, τα σπίτια τους, την ιστορία!!! Γιατί εκείνες δεν ανήκουν στο παρελθόν!!! Ανήκουν για πάντα στη συνείδησή μας είναι εκεί να μας θυμίζουν αυτό το αέναο χρέος της μνήμης να διδάσκουν τη δύναμη της αγάπης απέναντι στη βία της ζωής στο θάνατο του φωτός στο σκοτάδι !!!
Όσο ο Χελμός θα στέκει πάνω από τα μαρτυρικά Καλάβρυτα, όσο η μνήμη θα περνά από γενιά σε γενιά, η Καλαβρυτινή μάνα θα είναι πάντα παρούσα !! Ως σύμβολο δύναμης και ανθρωπιάς!! Ως φωνή σιωπηλή αλλά αθάνατη !! Ως αγκαλιά που συνεχίζει να προστατεύει αυτόν εδώ τον τόπο !!!

Αιώνια η μνήμη τους !!!!!

Address

Α. Συγγρού 1-5
Kalávrita
25001

Opening Hours

Tuesday 09:00 - 16:00
Wednesday 09:00 - 16:00
Thursday 09:00 - 16:00
Friday 09:00 - 16:00
Saturday 09:00 - 16:00
Sunday 09:00 - 16:00

Telephone

2692023646

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Contact The Museum

Send a message to Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος:

Shortcuts

Share

Category