28/05/2026
Στην αίθουσα περιοδικών εκθέσεων του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηράκλειου φιλοξενείται από σήμερα και για τρείς μήνες ένα μέρος της Συλλογής Κρασάκη – πρόκειται για αργυροτυπίες – από τα τέλη του 19ου έως και τα μέσα του 20ου αιώνα. Ποιο να ήταν άραγε το ειδικό ενδιαφέρον τους και ποια τα δικά μας κριτήρια για την επιλογή τους;
Ένα συνεχές ταξίδι μέσα στον χρόνο, είναι ο σχολιασμός ενός τέτοιου υλικού. Μικρά, ατομικά λευκώματα καλλιτεχνών που ακολούθησαν τη νέα, για την εποχή τους τεχνολογία ως μέσο αλλά και ως αυτοσκοπό. Παραδόξως -η φαινομενικά παραλόγως επέλεξαν θέματα παλιά, πολύ παλιά – θέματα αρχαία – και εδώ έγινε το μικρό θαύμα΄ η νέα τεχνολογία, η φωτογραφία, γίνεται το μέσο για την καλλιτεχνική απεικόνιση της ταυτότητας των Ελλήνων: των ερηπιώνων, των σπασμένων αγαλμάτων και του ακέραιου σκηνικού που γέννησε τόσο το θέμα, όσο και το μέσον – το ελληνικό φώς – το θεϊκό.
Μέσα στο κάδρο που επιλέγουν οι καλλιτέχνες σταλάζουν μικρές σταματημένες στιγμές του χρόνου. Μνήμες και αναμνήσεις. Η Ιστορία και τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής των φωτογράφων αυτών, ο ρομαντισμός, οι αλυσιδωτές εκρήξεις του μεσοπολέμου, η καλπάζουσα Δύση και η ράθυμη καθ’ ημάς Ανατολή, αναθρώσκουσες μέσα από τις αρχαίες πέτρες.
Να γυρίσουμε το ρολόι πίσω. Να το σταματήσουμε όσο κρατάει το κλικ της μηχανής, στον ελάχιστο χρόνο που λάμπει αστραπιαία στο στερέωμα του μακρού ιστορικού χρόνου των μνημείων και των γλυπτών που αγάλουν και εφραίνουν την ψυχή. Να κοιτάξουμε μέσα από τον φακό του φωτογράφου που τράβηξε την φωτογραφία. Μαζί του, ακολουθώντας το βλέμμα του πάνω στα τοπόσημα της γεννιάς του, της γεννιάς μας. Γιατί αυτά τα τοπόσημα υπάρχουν και αποτελούν τα σταθερά σημεία αναφοράς μέσα στην χώρα που αλλάζει στο γύρισμα του 20ου αιώνα κι όμως συνεχίζει ως και τον 21ο να παραμένει η ίδια. Φωτογραφίες λιγότερο και περισσότερο συγκεχυμένες όμως σε αυτές οι φύλακες του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου, την ώρα που τις αναρτούσαμε αναγνώρισαν ενθουσιασμένοι τους παλιούς συναδέλφους τουςˑ φουστανελάδες φύλακες αρχαιοτήτωνˑ περήφανοι ολόρθοι, κορδωμένοι, σκαρφαλωμένοι πάνω στην κρηπίδα του λαβωμένου από το χρόνο ναού.
Η μεγάλη Ιστορία και οι μικρές ιστορίες μας, απλωμένες ζεστές πάνω στα άνθη της πέτρας, η επιβεβαίωση της ταυτότητας – της προσωπικής, της συλλογικής .
Αυτό λοιπόν ήταν το κριτήριο του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου για την επιλογή τους: η ιστορική αποτύπωση μιας Ελλάδας που διαθέτει τα δικά της πολιτιστικά αποθέματα, που τρέφεται από αυτά, διακρίνεται ανάμεσα στους Άλλους και ελκύει. Με το μέτρο και την αίσθηση της νόησης, μας παραδίδει δύο κλειδιά για την περιήγηση των μόνιμων αλλά και των περιοδικών εκθέσεων του Μουσείου. Το ένα κλειδί ανοίγει τη θεώρηση όπου η αξία ενός αντικειμένου δεν βρίσκεται στο πολύτιμο υλικό ενός εκθέματος – εν προκειμένου μιας φωτογραφίας – αλλά στην ιδέα πίσω από αυτό. Το άλλο κλειδί είναι η ουσία της ελληνικότητας: ο άνθρωπος μέτρο των πάντων, και εν προκειμένω ο φωτογράφος που εγκλώβισε την ομορφιά του ανακτόρου της Κνωσού ταυτόχρονα με την δική του ανάσα, για την αιωνιότητα και μια μέρα.